Posts Tagged ‘Τζιούμπας’

ΝΟΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΤΟΥ ΑΦΕΝΤΗ

Δεκέμβριος 13, 2010

  του Θανάση Τζιούμπα

The working class hero is something to be… (John Lennon)

Ξαφνικά μοιάζει να γυρίζουμε στην εποχή των παγετώνων. Το νομοσχέδιο για τις εργασιακές θέσεις και αμοιβές έρχεται να σαρώσει ότι απέμεινε ως θεσμικό αποκρυστάλλωμα από τους αγώνες των εργαζόμενων από την μεταπολίτευση και μετά. Η αρχή της μη δυσμενούς μεταβολής των αμοιβών εξαλείφεται. Η αρχή της ισχύος της ευνοϊκότερης για τον εργαζόμενο ρύθμισης από τις ισχύουσες συμβάσεις ή την γενική νομοθεσία το ίδιο. Κάθε αφεντικό μπορεί, κρίνοντας πως η κερδοφορία του δεν είναι επαρκής, να καλέσει τους εργαζόμενους και επικαλούμενο τις κατά δήλωση του δυσκολίες και επισείοντας τον μπαμπούλα των απολύσεων να εξαναγκάσει τους εργαζόμενους σε «κούρεμα» των αποδοχών, με μόνο όριο ασφάλειας τον… βασικό μισθό των 740 ευρώ μικτά. Παράλληλα μπορεί να αποφασίσει και διατάξει εκ περιτροπής απασχόληση, απλήρωτες υπερωρίες, ωράρια λάστιχο. Κι όλα αυτά χωρίς να διασφαλιστεί  η απασχόληση, διασφάλιση για την οποία υποτίθεται ότι γίνονται όλα αυτά. Το γεμάτο περίστροφο του Παπανδρέου δίνεται στα χέρια των εργοδοτών και στρέφεται στον κρόταφο των εργαζομένων, εκεί δηλαδή που από την αρχή στόχευε.

Να δούμε τώρα που θα κρυφτεί η ηγεσία της ΓΣΕΕ! Έτρεχαν να συμφωνήσουν άρον άρον με τον ΣΕΒ κατ’ εντολή της υπουργού Εργασίας, μήπως και έχει αυτή ένα διαπραγματευτικό χαρτί «συμφωνίας των κοινωνικών εταίρων» απέναντι στην τρόικα, ώστε να μετριαστεί το τσουνάμι ή καλύτερα το πολιτικό κόστος που θα χρεωθεί. Λες και η επιτήρηση περιορίζεται όπως μας λέγανε μόνο στο ύψος των ελλειμμάτων του δημόσιου προϋπολογισμού και δεν επεκτείνεται στο σύνολο των αποφάσεων οικονομικής πολιτικής που πρέπει να τίθενται συνεχώς υπό την αίρεση των πραγματικών κυβερνητών της χώρας, της κατοχικής κουστωδίας με τις γραβάτες και τους χαρτοφύλακες. Λες ακόμα και η λεγόμενη «ανάταξη» (γιατί ο φασισμός χρησιμοποιεί πάντα χειρουργικούς όρους για να περιγράψει τους στόχους του) δεν έχει δηλώσει εξ αρχής ότι θέλει να αποκαταστήσει την «ανταγωνιστικότητα» της ελληνικής οικονομίας, νοούμενης της ανταγωνιστικότητας ως σύγκρισης με τις οικονομίες των όμορων χωρών όπως η Βουλγαρία, τα Σκόπια ή η Τουρκία. Λες, τέλος, και δεν υπάρχει απ’ ευθείας γραμμή των εργοδοτών (με επικεφαλής τα καρτέλ των ΜΜΕ που είναι ταυτόχρονα και οι «διακεκριμένοι εθνικοί προμηθευτές») με τους υπάλληλους της τρόικας. Η Κατσέλη εισέπραξε ένα ηχηρό «νάιν» και τελικά το «πολυνομοσχέδιο» που τίθεται υπ’ όψη της Βουλής εκθέτει ανεπανόρθωτα την συμφωνία του Παναγόπουλου και τις ονειρώξεις της υπουργού ότι θα πέσει στα μαλακά.

Δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Σε πείσμα των ρητορικών σχημάτων και των αναλύσεων το ελληνικό κεφάλαιο ήταν πάντα συνδεδεμένο με τις χαμηλές αμοιβές εργασίας, καθώς ποτέ δεν επένδυσε με σοβαρό τρόπο στην τεχνολογία (άλλωστε στην πατρίδα μας  και οι δημόσιες δαπάνες για την έρευνα παραμένουν σε επίπεδα αφρικανικής χώρας). Η απάντηση για την κρίση ανταγωνιστικότητας ήταν το μαύρο μεροκάματο του μετανάστη, και τώρα που το κοινωνικό κόστος της μετανάστευσης έγινε δυσβάσταχτο, επιχειρεί να εξισώσει τις αμοιβές της ημεδαπής εργασίας με της αλλοδαπής. Την ίδια στιγμή, αυτό το μεταπρατικό κεφάλαιο σχημάτισε τα καρτέλ, που εκτόξευσαν το κόστος ζωής στην Ελλάδα σε ύψη αντίστοιχα με αυτά χωρών με πολύ υψηλότερες  αμοιβές εργασίας. Τι επιχειρείται τώρα; Ανταγωνιστικές αμοιβές με αυτές των 250 ως 300 ευρώ των όμορων ανταγωνιστών, με ένα κόστος «αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης» (για να θυμηθούμε τους κλασσικούς) υπερδιπλάσιο. Θέλετε αριθμούς; Το όριο της φτώχειας έχει οριστεί για την χώρα μας στα 6.480 ευρώ το ατομικό εισόδημα και 13.608 το οικογενειακό (2 παιδιά). Σαν να λέμε 540 και 1.134 τον μήνα αντίστοιχα, καθαρό εισόδημα βέβαια. Ποιο είναι το «δίχτυ ασφαλείας» του πολυνομοσχέδιου; Ο μισθός της Εθνικής Σύμβασης, γύρω στα 640 ευρώ καθαρά. Η φτώχεια λοιπόν, τίποτε περισσότερο από φτώχεια. Το αν θα τα καταφέρουν είναι αμφίβολο: η κερδοφορία του μεταπράτη μέσω του χαμηλού κόστους εργασίας και των υψηλών τιμών πώλησης των προϊόντων της είναι ανέφικτη σε κλίμακα κοινωνίας. Όμως πριν από αυτό ένα μεγάλο κομμάτι των εργαζόμενων θα βιώσει το πιο σκληρό πρόσωπο της ανέχειας τόσο με το πέρασμα κάτω από την κόκκινη γραμμή όσο και (ακόμα χειρότερα) με την ανεργία ως αποτέλεσμα της ύφεσης. Οι περικοπές στις αποζημιώσεις απόλυσης που προηγήθηκαν συμπληρώνονται με την άρση της υποχρέωσης για αποζημίωση στους εργαζόμενους μέχρι 12 μήνες, και καμιά υποχρέωση δεν θεσπίζεται για την διασφάλιση του δικαιώματος στην εργασία. Κατά τα άλλα το «πολυνομοσχέδιο» θυσιάζει τις αμοιβές για να μην χαθούν θέσεις εργασίας.

             Αυτό είναι το μόνο «κούρεμα» που πραγματοποιούν οι ψεύτες του ΠΑΣΟΚ. Γιατί κατά τα άλλα οι ξένοι δανειστές συνεχίζουν να εισπράττουν κανονικά τα τοκογλυφικά επιτόκια, οι τράπεζες εξακολουθούν να ενισχύονται χωρίς να ενισχύουν, οι φοροφυγάδες να ανταμείβονται με την περαίωση και την κατάργηση του πόθεν έσχες για την αγορά ακινήτου, οι εισαγωγείς επωφελούνται με την ξαναζεσταμένη σούπα της απόσυρσης αυτοκινήτων, οι μίζες για τα εξοπλιστικά καλά κρατούν εναλλάσσοντας τον Χριστοφοράκο με τον Σάφα.

Είναι πολλοί αυτοί που θα πουν το «πολυνομοσχέδιο» είναι ήδη πραγματικότητα στον ιδιωτικό τομέα, ότι στο εμπόριο στην οικοδομή και σε τόσους άλλους χώρους εργασίας εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι βιώνουν αυτές τις συνθήκες. Η οργανωμένη αντίσταση στους χώρους μοιάζει να έχει σιγήσει προ πολλού με την έκλειψη των συνδικάτων που αναδιπλώθηκαν στον Δημόσιο Τομέα και τις ΔΕΚΟ. Η μόνη δυνατότητα άμυνας για τον εργαζόμενο ήταν το νομικό καθεστώς των σχέσεων εργασίας και αμοιβής, και πρακτικά η Επιθεώρηση Εργασίας και τα Δικαστήρια, αν έπαιρνε βέβαια το ρίσκο να προσφύγει σ’ αυτά. Τώρα κι αυτό το εμπόδιο αίρεται καθώς δεν είναι δυνατόν να περιμένει κανείς ότι μπορούν να αντισταθούν στην βούληση του εργοδότη, όπως αυτή θωρακίζεται με το πολυνομοσχέδιο, κάποια αναιμικά επιχειρησιακά σωματεία ή τα κλαδικά που η ύπαρξη κι ο ρόλος τους εξαρτάται από την «επιτυχή» έκβαση μιας διαπραγμάτευσης σε συνθήκες ομηρίας, με μόνο επιχείρημα την επίκληση της «εταιρικής κοινωνικής ευθύνης» ή άλλων αντίστοιχων ταξικών όπλων. Τώρα η μόνη διαπραγμάτευση θα έχει ως αντικείμενο την μείωση της απώλειας, απώλεια που θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη, με συσχετισμούς που θέτουν απέναντι από τους εργαζόμενους όχι μόνο τον εργοδότη αλλά και την «υψηλή πύλη» της τρόικας και το παραμάγαζο της, την ελληνική κυβέρνηση.

Εστιάζοντας μόνο στον ιδιωτικό τομέα (γιατί το «πολυνομοσχέδιο» δεν περιορίζεται βέβαια σ’ αυτόν αλλά αυτό είναι αντικείμενο άλλης συζήτησης)  οι εργαζόμενοι δεν έχουν άλλη επιλογή από το να «ξαναεφεύρουν» τον συνδικαλισμό στον εργασιακό χώρο. Να ανακαλύψουν από την αρχή τα αυτονόητα, την αλληλεγγύη, την ενότητα, την διεκδίκηση. Να αναπτύξουν νέα δίκτυα συντονισμού στην θέση των ανυπόληπτων κυβερνητικών δευτεροβάθμιων συνδικάτων. Να απαντήσουν στον εκβιασμό του κλεισίματος των επιχειρήσεων και της ανεργίας με μορφές πάλης που περιέχουν το άνοιγμα και λειτουργία τους από τους εργαζόμενους. Σήμερα χρειάζονται οι «σημειακές αντιστάσεις», τα νέα παραδείγματα, οι αγώνες που με την μορφή και το περιεχόμενο τους θα ανοίξουν νέους δρόμους για τον κόσμο της εργασίας. Φαντάζει (και είναι) δύσκολο, ακατόρθωτο ίσως. Αλλά, όπως έλεγε το σύνθημα των αγώνων μιας άλλης εποχής, «αν δεν πραγματοποιήσουμε το αδύνατο, θα βρεθούμε αντιμέτωποι με το αδιανόητο». Και το αδιανόητο είναι αυτό που ήδη συμβαίνει γύρω μας.

Πηγή: http://www.ardin.gr/node/3965

Advertisements

Γελοίοι έρωτες

Αύγουστος 20, 2010

ΓΕΛΟΙΟΙ ΕΡΩΤΕΣ

Συγγραφέας: Θανάσης Τζιούμπας

 Η επίσκεψη Νετανιάχου και οι εναγκαλισμοί με το καθεστώς Παπανδρέου τέλειωσαν και η καθεστωτική δημοσιογραφία ξεκίνησε την εργώδη εκστρατεία απαρίθμησης των «πλεονεκτημάτων» που θα επιφέρει στην υπόθεση της Ελλάδας η ισραηλινή «προστασία». Και τι δεν ακούσαμε: Οι αφίξεις των Ισραηλινών τουριστών θα αυξηθούν (αλήθεια πόσοι παραπάνω από το 1,6% των συνολικών αφίξεων που υπολογίζονται σήμερα θα σώσουν τον ελληνικό τουρισμό;) Οι εμπορικές συναλλαγές θα αυξηθούν (αυξάνοντας βεβαίως και το διαρκές έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου, την στιγμή που η ιδέα του μποϋκοτάζ κερδίζει έδαφος διεθνώς). Θα αγοράσουμε τεχνολογία από το Ισραήλ (όταν για δεκαετίες  οι ιθαγενείς επενδύσεις στην έρευνα αγγίζουν αυτές της υποσαχάρειας Αφρικής και ότι απέμεινε από το γνωστικό κεφάλαιο του τόπου ψάχνει τις αγγελίες του εξωτερικού). Πρόσβαση στα κοιτάσματα φυσικού αερίου, όταν τα τούρκικα ερευνητικά σκάφη εργάζονται πυρετωδώς πάνω από την ελληνική υφαλοκρηπίδα (και βέβαια με την αναπαραγωγή χαρτών όπου η Γάζα και το Παλαιστινιακό κράτος ΔΕΝ έχουν Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη, ΑΟΖ). Νέα όπλα θα προστεθούν στο ελληνικό οπλοστάσιο (ήταν ανάγκη να έρθει ο Νετανιάχου για να συμμετέχει το Ισραήλ με τις συλλογές καθοδήγησης βομβών spice που φωτογραφίζει ο εν εξελίξει «διεθνής» διαγωνισμός της ελληνικής αεροπορίας;)  Θα υπάρξει περεταίρω συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας (στην επόμενη φλοτίλα η Μοσάντ θα ξέρει και πόσα σφραγίσματα στα δόντια φέρει ο κάθε επιβάτης ελληνικού πλοίου). (more…)

«… στα λιβάδια της άρχουσας τάξης»

Μαΐου 27, 2009

Έλαβα και αναδημοσιεύω με ευχαρίστηση ένα καταιγιστικό κείμενο – παρέμβαση του Θανάση Τζιούμπα στην περί «Πρασίνων» συζήτηση:

«Δε βόσκει κανείς ατιμώρητος στα λιβάδια της άρχουσας τάξης, δεν σπουδάζει ατιμώρητος στα πανεπιστήμιά της, δεν χρησιμοποιεί ατιμώρητος τις επιστήμες της. Σχεδόν ανεπαίσθητα, καταπίνει το δηλητήριό της, παραλύει…»

Καρίν Στρούκ, Ταξική Αγάπη

«Η ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΘΕΑΜΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑΣ»

Διανύουμε την πιο στείρα από άποψη πολιτικού προβληματισμού εκλογική περίοδο από την μεταπολίτευση και μετά. Τα υπερεθνικά διευθυντήρια σκηνοθετούν μια παράσταση επίφασης δημοκρατικότητας που έχει τόση σχέση με τα πραγματικά πολιτικά, κοινωνικά ή περιβαλλοντικά ζητήματα όσο σχέση είχε η Eurovision με την τέχνη της στιχουργικής. Η απαξίωση των αντιπροσωπευτικών θεσμών μέσα από την αναγωγή του θεάματος της αντιπαράθεσης (σκάνδαλα, προεκλογικά σπότς, απρέπειες και λάσπες) σε ουσία. Οι προβολείς δεν ανάβουν για να φωτίσουν αλλά για να κατασκευάσουν τις σκιές μέσα στις οποίες αποκρύπτονται με επιμέλεια η ένδεια οραμάτων και πολιτικών, η αμηχανία των ελίτ, τα αδιέξοδα του δυτικού πολιτισμικού υποδείγματος, η πληκτική ομοιότητα της συστράτευσης κάτω από φθαρμένες σημαίες επαγγελίας για αέναη ευημερία. Κι αν όλα αυτά ισχύουν σε επίπεδο Ε.Ε. η ελληνική ιδιοπροσωπία δίνει ένα παροξυσμικό τόνο, τα παπαγαλάκια έχουν γεμίσει το στερέωμα.
Εξέχουσα θέση στο χολυγουντιανής έμπνευσης σκηνικό καταλαμβάνει και η «νέα» εκλογική απόπειρα των «οικολόγων πράσινων». Πρόκειται για ένα αμοιβαία επωφελές συναπάντημα της «συστημικής» οικολογίας με τους συστηματικούς διαχειριστές της οικολογικής ευαισθησίας. (more…)

Φτάνει πιά!

Δεκέμβριος 13, 2008

Όλες αυτές τις μέρες διάβασα εξαιρετικά κείμενα (όχι πολλά είναι η αλήθεια) για τη δολοφονία του νεαρού Γρηγορόπουλου αλλά και την νεολαιίστικη έκρηξη που ακολούθησε. Το παρακάτω κείμενο του Θανάση Τζιούμπα το βρήκα χαρακτηριστικό μιας σκέψης που τείνει πια να εκλείψει. Μιας σκέψης που επιθυμεί να παραμείνει αναλυτική και ριζοσπαστική χωρίς να παρασύρεται, όμως, από τις ευκολίες του «ρεύματος» ή να «αναπαύει» το βλέμμα της πάνω στα πυκνά πέπλα του θεάματος και ως εκ τούτου το παραθέτω:

Φτάνει πια!

Ο δεκαεξάχρονος θάφτηκε όχι μόνο στο χώμα αλλά και στα αποκαΐδια, τα θρύψαλα της Ερμού και της Τσιμισκή, τους κάλυκες σφαιρών και δακρυγόνων. Θάφτηκε κάτω από χιλιάδες αδειανές λέξεις πολιτικολογούντων που σπεύδουν να εξαργυρώσουν στο καταθετήριο των δημοσκοπήσεων το αίμα του θύματος, το πένθος, την οργή των μαθητών, τα κοινωνικά αδιέξοδα που συσσώρευσε η ψεύτικη ευδαιμονία του μεταπολιτευτικού θαύματος της νεώτερης Ελλάδας. Ποια λύση προτείνουν; Τις εκλογές φυσικά, καθώς το μόνο πολιτικό πρόβλημα που οι παραμορφωτικοί τους φακοί επαφής τους αφήνουν να διακρίνουν είναι το προσφιλές ζήτημα της πολιτικής διαχείρισης και των διαχειριστών της. Λες και στην χώρα αυτή περισσεύουν τα οράματα και οι προτάσεις στα κρίσιμα ζητήματα και λείπει μόνο ο αποτελεσματικός μαέστρος που θα συντονίσει τους κορυφαίους σολίστ που διαθέτει η κοινωνία μας.

Χρόνια τώρα τα υλικά της ανάφλεξης συσσωρεύονται στους δρόμους των τεράτων στα οποία έχουν μεταμορφωθεί οι πόλεις μας, για να εκραγούν γεμίζοντας τις νύχτες με θρύψαλα και καπνούς από τις φωτιές και τα χημικά που ρίχνονται αφειδώς κατά δικαίων και αδίκων.

Η αστυνομία, όσοι η πολιτεία τους έδωσε μια στολή, ένα σήμα κι ένα όπλο, εξόχως αναποτελεσματικοί όταν αντιμετωπίζουν το ένοπλο κοινό έγκλημα μεταβάλλονται ξαφνικά σε πρωταθλητές σκοποβολής όταν σηκώνουν τα όπλα σε πιτσιρικάδες, μετανάστες, συζύγους. Είναι η αστυνομία που «μεμονωμένα» τράβηξε τον θανάσιμο τσαμπουκά, που παρακολουθεί σε στάση ημιανάπαυσης τους δρόμους να φλέγονται, που χτυπάει τις ειρηνικές πορείες των μαθητών και καταλύει το πένθος μιας κηδείας, πυκνώνοντας ακατανόητα τις τάξεις της οργής πραγματικής ή αναπαραστατικής.

Το «άβατο» της πλατείας χρόνια τώρα αναπαράγεται πολιτικά, σε μια χώρα όπου έχει αναγορευτεί το μέσο σε σκοπό επειδή πλειοδοτεί στο μέσο της βίας, αγγίζοντας τα αντανακλαστικά τόσο της οργής που φουντώνει σε μεγάλα κομμάτια της ελληνικής κοινωνίας, όσο και στο μεταπολιτευτικό αριστερό φαντασιακό. Αναπαράγεται ακόμη κοινωνικά, μέσα από στάσεις του τύπου «όσα υπόσχεται η εργασία πραγματοποιεί η λεηλασία», συνδεόμενοι σιγά-σιγά με τον χώρο της ποινικής παραβατικότητας. Ο Σπάρτακος κρατά τελικά την άρπα του Νέρωνα.

Οι πολιτικοί όλου του πολιτικού φάσματος έπαιξαν και παίζουν κατά καιρούς με το «φαινόμενο του περιθωρίου», ιδιαίτερα χρήσιμο όταν επιχειρείται η απομόνωση κοινωνικών κινητοποιήσεων όπως κατ’ επανάληψη συνέβη στις νεανικές κινητοποιήσεις. Ο αναρχικός χώρος, είτε με την τερατόμορφη αναπαράσταση στην οποία μας έχει συνηθίσει η οπτική γωνία των Αγίων Πάντων Νοικοκυραίων είτε με το φωτοστέφανο των παιδιών του Γκεβάρα, που συγκρούονται με την μισητή εξουσία με έναν τρόπο που στοιχειώνει τα όνειρα του κυριλέ αριστερού ή αριστεριστή, ήταν ιδιαίτερα αποδοτικά. Εξαργυρώθηκαν τελικά σε ψήφους είτε αυτών που θα θωρακίσουν την χώρα από την αναρχία είτε αυτών που ανέλαβαν εργολαβικά να μιλήσουν στο όνομα αυτών που δεν έχουν φωνή. Και οι μεν και οι δε χρειαζόταν έναν αντεξουσιαστικό χώρο άφωνο και άνου, έναν χώρο ικανό μόνο να ανάβει τις φωτιές που θα σβήσουν οι πυροσβέστες την καταστολής ή της ερμηνείας καθιστώντας εαυτόν αναντικατάστατο. Τα κατάφεραν τόσο καλά, που τώρα κινδυνεύουν από overdose. Η απουσία οποιουδήποτε κόστους και η ατιμωρησία που διασφάλιζε το πολιτικό πλαίσιο αντανακλάται στην θανάσιμη έκπληξη μπροστά στο γεγονός ενός πολλάκις προαναγγελθέντος θανάτου και μιας αντίδρασης που δεν είναι πια Παυλοφική, μιας μη προαναγγελθείσας έκτασης και έντασης επεισοδίων που αντικατέστησαν τις φλόγες του ξενοδοχείου Τάζ Μαχάλ στις οθόνες της ημεδαπής και της αλλοδαπής, δίνοντας στις λογικές του θεάματος τα καύσιμα για να φουντώσουν.

Αυτό που κάνει την κατάσταση πρωτόγνωρη είναι ότι αποτελεί ακριβώς έκφραση και έκφανση της κρίσης της κοινωνίας μας, μιας κρίσης που το μέγεθος της δεν είχε μάλλον αντιληφθεί κανείς μας.

Της κρίσης αξιών πρωτίστως: Οι λεηλασίες και οι καταστροφές νομιμοποιούνται ακριβώς γιατί η κλεψιά και η λεηλασία έχουν στοιχειώσει τους καιρούς που ζούμε, με τα σκάνδαλα και τους κομματικούς συμψηφισμούς, το πλιάτσικο της κοινωνικής ασφάλισης, την έκπτωση των θεσμών συμπεριλαμβανόμενου και του αρχετυπικού τέτοιου της εκκλησίας.

Την κρίση των οραμάτων: η επαγγελία της αέναης ευημερίας μέσω της πιστωτικής κάρτας και του κομπραδόρικου χαρακτήρα μιας κοινωνίας που τρεφόταν συνεχώς με πόρους που η ίδια δεν παρήγε σκοτείνιασε από τις συνεφιές της επερχόμενης κρίσης. Η κατάρρευση μια εκπαίδευσης που επαγγέλθηκε τον χρησιμοθηρικό πρόταγμα για να εκπέσει σε γενικευμένη αχρησία. Η εκποίηση των ιδανικών μιας καλύτερης κοινωνίας για όλους, που εξαργυρώθηκαν σε αξιώματα και αμοιβές των αριστερών που βρήκαν τον δικό τους ατομικό τρόπο να εκπορθήσουν τα χειμερινά ανάκτορα του πλούτου.

Την κρίση των μεταναστών, που αφού αποτέλεσαν την φτηνό κρέας στην μηχανή παραγωγής αγαθών και κάθε είδους υπηρεσιών και έντυσαν ένα μεγάλο μέρος της ημεδαπής κοινωνίας με συμπεριφορές δουλοκτήτη υποβιβάζοντας ταυτόχρονα ένα άλλο στο επίπεδο του μετανάστη, βλέπουν σήμερα στον καθρέφτη τον αυτό τους σαν το πρώτο θύμα της επερχόμενης κρίσης. Για χρόνια τόσο η ρατσιστική όσο και η «αντιρατσιστική» νοοτροπία έκαναν ότι μπορούσαν για να εμποδίσουν την οργανική και ισότιμη ένταξη τους στην κοινωνία υποδοχής, είτε με την λογική «Αλβανέ δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ» είτε με τα πολυπολιτισμικά ιδεολογήματα. Έτσι φτάνουμε στην κατάσταση όπου η μόνη δυνατότητα φυσικής επιβίωσης για πολλούς από τους μετανάστες να είναι η ιδιότυπη κοινωνική ένταξη τους στον ελληνικό υπόκοσμο. Αύριο οι μετανάστες θα ανακαλύψουν ότι δεν έχουν ανάγκη τους Έλληνες αναρχικούς για να λεηλατήσουν αυτό που τους θαμπώνει, κι εκεί το ζήτημα θα πάρει άλλες διαστάσεις.

Αυτό που αρχίζει να αχνοφαίνεται, και αποτελεί το πιο ανησυχητικό ίσως σημείο είναι η αντίδραση σε μια δράση που φαίνεται ότι δεν μπορεί πια να ελεγχθεί θεσμικά ή να διαμεσολαβηθεί πολιτικά. Είναι οι αγανακτισμένοι πολίτες που ελλείψει της πολιτείας θα πάρουν τον νόμο στα χέρια τους, ολοκληρώνοντας την κατάλυση κάθε έννοιας οργανωμένης κοινωνίας και πολλαπλασιάζοντας το επίπεδο της κοινωνικής βίας, ανοίγοντας ταυτόχρονα τον δρόμο σε άλλου είδους πολιτικές φιλοσοφίες. Και τότε θα δούμε την επιχειρηματολογία περί κοινωνικού να αντιστρέφεται και οι συνήγοροι της αυτοδικίας να εναλλάσσονται στους ρόλους τους.

Σήμερα όλοι οι αντιπολιτευτικοί πολιτικοί χώροι παίζουν με την φωτιά προσπαθώντας να ενσωματώσουν την πραγματική οργή της κοινωνίας με τρόπους και ρητορικές που δεν μπορεί να είναι αποτελεσματικοί σε τίποτε άλλο από το να συντηρούν και να διευρύνουν την ένταση και να ορθώνουν όλο και πιο απροσπέλαστα οδοφράγματα ανάμεσα στην δίκαιη αλλά τυφλή και μηδενιστική αντίδραση και τον Λόγο, την λογική, την οργανωμένη δράση που θέλει να αλλάξει τον κόσμο κι όχι απλά να τον πυρπολήσει.

Στην διπολική διαταραχή που μας καλούν, αυτή της επιλογής ανάμεσα στον κουμπουροφόρο της τάξης και τον κουκουλοφόρο της αταξίας, δεν μπορεί παρά να δούμε να συνθλίβονται και όσα ίχνη αυτοπροσδιορισμού μας έχουν απομείνει. Φτάνει πια. Δεν είναι παρά η δική τους τάξη, δεν είναι παρά η δική τους αταξία. Αρκετά μας τύφλωσαν οι φωτιές και οι χειροβομβίδες κρότου λάμψης. Η περίσκεψη χρειάζεται άλλου είδους φώτα.

Θ. Τζιούμπας