Posts Tagged ‘Μισεά’

Με αφορμή ένα άρθρο

3 Νοεμβρίου, 2010

Διάβασα το πιο πρόσφατο από τα (πάντα ενδιαφέροντα) άρθρα του Σκατζόχοιρου – κλικ εδώ: «Πέντε σημεία γιὰ τὸν ἀντικαπιταλισμὸ στὴν ἐποχὴ τῆς κατάρρευσης τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας« – και είπα να παραθέσω τρία ενδεικτικά (και προκλητικά) αποσπάσματα από το δοκίμιο για το φιλελεύθερο πολιτισμό του Ζαν Κλώντ Μισεά, «Η αυτοκρατορία του μικρότερου κακού» (εκδ. Πόλις, σε μετάφραση του αείμνηστου Άγγελου Ελεφάντη, ο οποίος δυστυχώς δεν πρόλαβε να το δει τυπωμένο). Στο βιβλίο αυτό, όπως και στο έτερο, «Το αδιέξοδο Άνταμ Σμιθ» (Εναλλακτικές Εκδόσεις, σε μετάφραση Χριστίνας Σταματοπούλου), ο Μισεά προβαίνει σε μια καταιγιστική κριτική της ιστορίας του φιλελευθερισμού καταλήγοντας στην προκλητική διαπίστωση ότι ο πολιτικός φιλελευθερισμός (η φιλελεύθερη δημοκρατία) και ο οικονομικός φιλελευθερισμός (η ρύθμιση μέσω της αγοράς) έχουν κοινή πηγή και είναι αδύνατον να διαχωριστούν εντελώς ο ένας από τον άλλο. Στο σημείο ακριβώς αυτό εδράζει και την αυστηρή κριτική που ασκεί στη σύγχρονη (από το ’68 και ιδιαίτερα το ’90 και μετά) δυτική Αριστερά και Άκρα Αριστερά, η οποία δείχνει να αποδέχεται αυτόν το διαχωρισμό σε αντίθεση με τα πρώιμα σοσιαλιστικά και αναρχικά ρεύματα αλλά και με την ίδια την αριστερή παράδοση του 20ου αιώνα, τουλάχιστον για όσο αυτή ήταν άμεσα συνδεδεμένη με την εργατική τάξη και τα πληβειακά στρώματα του πληθυσμού. Και τα δύο βιβλία αυτά του Μισεά, όπως και το πρώτο του που εκδόθηκε στην Ελλάδα «Η εκπαίδευση της αμάθειας» (εκδ. Βιβλιόραμα, σε μετάφραση Άγγελου Ελεφάντη), προχωράνε πολύ πέρα από την τετριμμένη αριστερή (και εν πολλοίς οικονομίστικη και συνδικαλιστική) κριτική του νεο-φιλελευθερισμού που ανθεί στη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας προσπαθώντας να εντοπίσουν το «κακό» στην ίδια του τη ρίζα και νομίζω ότι θα ήταν χρήσιμο αν διαβάζονταν από όλους εκείνους τους αριστερούς, που με αφορμή την κρίση της χώρας και την αδυναμία της Αριστεράς να απαντήσει σε αυτή, έχουν μπει σε φάση ουσιαστικής κριτικής και αυτοκριτικής. Να σημειώσω επίσης ότι η ανακάλυψη και παρουσίαση του έργου του Μισεά στο ελληνικό κοινό από τον Α. Ελεφάντη (με τη μετάφραση και επιμέλεια του «Η εκπαίδευση της αμάθειας«), παρ’ όλο που ο ίδιος ήταν σαρξ εκ της σαρκός της υπό κριτικήν Αριστεράς, αποδεικνύει και το μέγεθος της διαφοράς μεταξύ αυτού και των κατ’ όνομα επιγόνων και θαυμαστών του…

Και τ’ αποσπάσματα:

[…]Υποστηρίζω, λοιπόν, ότι το ιστορικό κίνημα που μετασχηματίζει σε βάθος τις νεωτερικές κοινωνίες πρέπει βασικά να κατανοηθεί ως η λογική τελείωση (ή η αλήθεια) του φιλελεύθερου φιλοσοφικού προτάγματος, όπως αυτό έχει οριστεί προοδευτικά από τον 17ο αιώνα και, ιδιαίτερα, από την εποχή της φιλοσοφίας του Διαφωτισμού. Είναι, δηλαδή, σαν να λέμε ότι ο άψυχος κόσμος του σύγχρονου καπιταλισμού αποτελεί τη μόνη ιστορική μορφή με την οποία μπορούσε να πραγματωθεί η εν λόγω αρχική φιλελεύθερη θεωρία. Με άλλα λόγια, πρόκειται για τον πραγματικά υπαρκτό φιλελευθερισμό. Και αυτό, όπως θα δούμε, τόσο στην οικονομολογική του εκδοχή (που παραδοσιακά έχει την προτίμηση της «Δεξιάς»), όσο και στην πολιτική και πολιτιστική εκδοχή του (της οποίας η υπεράσπιση έγινε ειδικότητα της σύγχρονης «Αριστεράς» και, κυρίως, της «άκρας Αριστεράς», αυτής της πιο δραστήριας αιχμής του μοντέρνου Θεάματος).[…] (σελ. 14)

[…]Αλλά το να μιλάμε για «φιλελεύθερη λογική» προϋποθέτει επίσης ότι […] είναι δυνατό να πραγματευτούμε τον φιλελευθερισμό ως ένα ρεύμα του οποίου οι αρχές όχι μόνον μπορούν αλλά, εντέλει, πρέπει να ενοποιηθούν φιλοσσοφικά. […] Γιατί, αν όντως είναι έτσι, τότε καθίσταται πολύ πιο δύσκολη η συνήθης επεξεργασία εκείνων που, κατ’ εικόνα και ομοίωση ενός μεγάλου μέρους της σύγχρονης Αριστεράς και της άκρας Αριστεράς, επιχειρούν να αντιπαραθέσουν ριζικά τον πολιτικό και πολιτιστικό φιλελευθερισμό (οριζόμενο ως ατελεύτητη ανάπτυξη των δικαιωμάτων και διαρκή φιλελευθεροποίηση των ηθών) προς τον οικονομικό φιλελευθερισμό. […] (σελ. 15-16)

Από εδώ προκύπτουν οι ψυχολογικές αντιφάσεις, προφανώς άλυτες, όλων εκείνων που […] υπομένουν τον θρίαμβο της εμπορευματικής κοινωνίας, ενώ παραμένουν βαθύτατα ξένοι προς το πνεύμα της. […] Προφανώς, μια πολύ πιο απλή λύση είναι να υιοθετήσει κανείς τη σχιζοφρενική συμπεριφορά των οπαδών της παραδοσιακής Δεξιάς οι οποίοι, σύμφωνα με τα λόγια του Αμερικανού κριτικού Ράσελ Τζάκομπυ (Russell Jacoby), «σέβονται την Αγορά, ενώ αναθεματίζουν την κουλτούρα που τη γεννά» (της παραδοσιακής Δεξιάς το ακριβές ιδεολογικό αντίστοιχο είναι αυτή η σύγχρονη Αριστερά, που ενώ βεβαιώνει ότι αντιμάχεται τη λογική της Αγοράς – ολοένα και λιγότερο, είναι αλήθεια – προσκυνά με ενθουσιασμό την κουλτούρα που τη γεννά). Ο καθένας γνωρίζει, εδώ και δεκαετίες, τις πολιτικές συνέπειες αυτής της υπονομευμένης αλτερνατίβας, και το συμφέρον που υπάρχει από τη σκοπιά του καπιταλιστικού συστήματος να την εμφανίζει ως «αξεπέραστη» και αναγκαία για τη «διαύγεια του δημοκρατικού διαλόγου». (σελ. 221-222)

Ο «Στάθης», το μεταναστευτικό και η αριστερά της καριέρας και της προόδου

15 Ιανουαρίου, 2010

Διάβασα σήμερα στην «Ελευθεροτυπία» ένα άρθρο-παρέμβαση του «Στάθη» για τη συζήτηση περί ιθαγένειας των μεταναστών, το οποίο με βρίσκει στη γενική του αντίληψη εν πολλοίς σύμφωνο (παρ’ ότι αποφεύγει κάποια ακανθώδη ζητήματα). Στάθηκα, όμως, σε ένα σημείο, το ίδιο που εκνευρίζει και μένα στην όλη δημόσια συζήτηση για το μεταναστευτικό:

[…] 
Αυτοί που υψώνουν στους Ελληνες το δάχτυλο και τους μαλώνουν (συχνά τους βρίζουν) για ξενοφοβία και ρατσισμό, προσφέρουν πολύ κακή υπηρεσία στους μετανάστες – εκτρέφουν το μίσος. Και την αμάθεια. Με καλύτερη σύμμαχό της την (αμφίπλευρη) υστερία.
[…]
Αυτά τα κομπλεξικά, τα μισερά και (άλλωστε) ψευδή ότι οι Ελληνες είναι (από χέρι) ρατσιστές, δεν προσφέρουν παρά περισσότερη πόλωση, περισσότερο μίσος. Οπως και περισσότερη βλακεία (χρήσιμη στον φόβο) προσφέρει από την άλλη μεριά και η «παιδαγωγική αλήθεια» των πολιτικώς ορθών. […]

Φυσικά, αναφέρεται στους γνωστούς τιμητές (αριστερούς, προοδευτικούς ή ελευθεριακούς, κατά δήλωσιν) που αρθρογραφούν κατά ριπάς στον Τύπο ή ξεσαλώνουν στα κανάλια και τα ραδιόφωνα ή το Διαδίκτυο το τελευταίο διάστημα χρησιμοποιώντας την ίδια, αντεστραμμένη, Καρατζαφέρεια λογική του τσουβαλιάσματος του συνόλου του ελληνικού λαού στο σακί του ρατσισμού. Θυμήθηκα, έτσι και παραθέτω ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Ζαν Κλώντ Μισεά, με τίτλο «Το Αδιέξοδο Άνταμ Σμιθ: Οι εκλεκτικές συγγένειες Αριστεράς και Φιλελευθερισμού«, το οποίο εκδόθηκε από τις Εναλλακτικές Εκδόσεις το 2008. Στο απόσπασμα, το οποίο και παραθέτω, ο Μισεά αναφέρεται στην πεποίθηση του σύγχρονου – μεταμοντέρνου, θα έλεγα – αριστερού διανοούμενου, ότι είναι ο άνθρωπος που οφείλει (κυρίως μέσα από τις πάντα φιλόξενες στήλες της «Ελευθεροτυπίας» και του «Βήματος», στα καθ’ ημάς…) να σπάσει τα «μεσαιωνικά σκοτάδια» και τις «προκαταλήψεις» αυτού του «γελοίου συνοθυλεύματος στενοκέφαλων μικροαστών και αποβλακωμένων τηλεθεατών» ,των λαϊκών τάξεων δηλαδή:

[…] Αυτοί οι αγώνες [σ.τ.Εξ.: εννοεί τους αγώνες κατά τον 19ο και τις αρχές του 20ου αιώνα, ανάλογα με την περιοχή, ενάντια στις διάφορες δυνάμεις του Παλαιού Καθεστώτος (π.χ. Εκκλησία, μεγάλη γαιοκτησία) και στις προκαταλήψεις πάνω στις οποίες στήριζαν την κυριαρχία τους] που επεδίωκαν να ανοίξουν στο ανθρώπινο γένος όλους τους δρόμους, φραγμένους μέχρι τότε από παράλογες ή απάνθρωπες προκαταλήψεις, απαιτούσαν, στην εποχή τους, μεγάλο σθένος, πνευματικό, αλλά πολύ συχνά, και σωματικό. Ωστόσο, από τη στιγμή που ολοκληρώθηκε αυτή η ιστορική απστολή (τι επιβιώνει σήμερα από τις δομές του Παλαιού Καθεστώτος, στην εποχή του Big Brother και της Gay Pride; ), η εμμονή της Αριστεράς στην ίδια, απαράλλαχτη στάση αποκτά, προοφανώς, μια πολύ διαφορετική σημασία. Οι παλιοί διανοούμενοι της Αριστεράς, από τον Ουγκώ ως τον Ζολά, είχαν ανοίξει αυτούς τους δρόμους με τίμημα μια πραγματική προσπάθεια, και διακινδυνεύοντας τα πάντα. Σήμερα, αντίθετα, ο σύγχρονος διανοούμενος της αριστεράς, που περιφέρεται με την εξωφρενική αλαζονεία του μποέμ αστού, δεν κάνει τίποτε άλλο από το να παραβιάζει θύρες ανοιχτές ήδη από τους προγενέστερούς του και να διασκεδάζει την ευνόητη πλήξη του επινοώντας, για κάθε περίπτωση, φανταστικούς κινδύνους, όπως κάνουν, άλλωστε, όλα τα παιδιά στον κόσμο. Και όλα αυτά, φυσικά, με το αζημίωτο (γιατί, βέβαια, διατηρεί και κάποια αίσθηση της πραγματικότητας), επιδιώκοντας, δηλαδή, και το μεγαλύτερο δυνατό όφελος για τη μηντιακή καριέρα του. […]