Posts Tagged ‘Καραμπελιάς’

Οι συμμορίτες αυτοπαρουσιάζονται

Απρίλιος 3, 2014

Του Γιώργου Καραμπελιά

Η «συνομιλία» Μπαλτάκου-Κασιδιάρη ήρθε να επιβεβαιώσει με τον πιο πανηγυρικό τρόπο αυτά που υποστηρίζαμε εδώ και δύο χρόνια: Η Χρυσή Αυγή δεν αποτελεί μια «πρωτόγονη» αντιμνημονιακή δύναμη, όπως υποστηρίζουν πολλοί, αλλά ενεργούμενο και όργανο των μνημονιακών δυνάμεων για να εκτρέψουν το αντιμνημονιακό κίνημα σε σύγκρουση μεταξύ αριστεράς και δεξιάς. Εξού και οι Μελιγαλάδες, οι επιθέσεις ενάντια στους αριστερούς, κ.λπ. Κατ’ αυτό τον τρόπο θα απέτρεπαν τη συγκρότηση ενός ενιαίου αντιμνημονιακού κινήματος, που θα σάρωνε τις μνημονιακές κυβερνήσεις, πράγμα το οποίο και επέτυχαν σε μεγάλο βαθμό. Στη χειρότερη περίπτωση μάλιστα, θα άνοιγαν το δρόμο για μια συνεργασία, στο βάθος του δρόμου, μεταξύ Ν.Δ. και Χρυσής Αυγής, ανοικτής ή συγκεκαλυμμένης. Τον Σεπτέμβριο του 2013 όταν αυτό το σχέδιο, τινάχτηκε στον αέρα, μετά τη δολοφονία του αντιφασίστα Παύλου Φύσσα γράφαμε:

«…δέκα μέρες πριν (τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα), ένα σημαντικό κομμάτι του δεξιού κυβερνητικού τύπου και καναλιών προωθούσε σενάρια συγκυβέρνησης της Ν.Δ. με τη Χ.Α., όπως ο ακραίος μνημονιακός, Μπάμπης Παπαδημητρίου, που, στις 12 Σεπτεμβρίου, μιλούσε στο ΣΚΑΙ για πιθανή «συνεργασία με τη Χρυσή Αυγή, αν σοβαρευτεί», αφού και ο ΣΥΡΙΖΑ μιλάει για συνεργασία με το ΚΚΕ! Αυτή την άποψη εξέφρασαν ετεροχρονισμένα και ο Χρύσανθος Λαζαρίδης, ο Βορίδης και ο Άδωνις Γεωργιάδης, που επέμεναν ιδιαίτερα στη θεωρία των δύο άκρων.[ ]

Η θεωρία των δύο άκρων δεν ήταν, κυρίως ή απλώς, μια προσπάθεια «ποινικοποίησης» της Αριστεράς, όπως το εξέλαβαν οι Αριστεροί φωστήρες, αλλά κατ’ εξοχήν ο φερετζές της συμμαχίας της Ν.Δ. με τη Χ.Α. Διότι εάν τα «δύο άκρα» είναι όντως από τη μία η Χ.Α. και από την άλλη ο ΣΥΡΙΖΑ, ή το ΚΚΕ, γιατί να μην μπορεί η Ν.Δ. να συνεργαστεί με μια Χ.Α. που θα έχει σκεπάσει εν μέρει τα ναζιστικά χαρακτηριστικά της (αυτό ακριβώς υποστήριζε άλλωστε ο κάποτε ακροαριστερός «Μπάμπης»); Γι’ αυτό εξάλλου, την προηγούμενη περίοδο, οι μόνες κυβερνητικές δυνάμεις που στοχοποιούσαν επίμονα τη Χ.Α. ήταν το ΠΑ.ΣΟ.Κ και η ΔΗ.ΜΑΡ., ακριβώς επειδή φοβούνταν ότι, μετά από πιθανές εκλογές, ένα τέτοιο σενάριο θα πέταγε τους ίδιους στα αζήτητα. Γι’ αυτό και η καραμανλική πτέρυγα της Ν.Δ. εναντιώνεται στη θεωρία των δύο άκρων.[ ] Παράλληλα δε, και πριν από όλα, η Χ.Α. είναι απολύτως χρήσιμη ως παράγοντας διαίρεσης και αποπροσανατολισμού των αντιμνημονιακών δυνάμεων.

Όλα αυτά όμως ίσχυαν μέχρι το βράδυ της 17ης Σεπτεμβρίου και τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Έκτοτε, το τοπίο μεταβλήθηκε δραματικά: Καμία κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να συμπράξει με τους χρυσαυγίτες δολοφόνους, όταν μάλιστα υπήρχαν έντονες διαμαρτυρίες από την Ευρώπη, την Αμερική, το σιωνιστικό λόμπι και το Ισραήλ, για την ανοχή που έδειχνε η Ν.Δ., και ιδιαίτερα τα Σώματα Ασφαλείας, στη Χ.Α. [ ] Προφανώς, λοιπόν, το χαρτί Χ.Α. κάηκε. Γι’ αυτό και ο Σαμαράς μάζεψε τον Χρύσανθο (ο μόνος που, εις ανάμνησιν του παρελθόντος του, συνεχίζει είναι ο Βορίδης, με ιδιαίτερη επιμονή στο ΚΚΕ) και προσχώρησε, τουλάχιστον προσωρινά, στη γραμμή του Βενιζέλου και των καραμανλικών της Ν.Δ. Γι’ αυτό και, πλέον, επιλέγει μια νέα γραμμή, την απόσπαση όσο το δυνατόν μεγαλύτερου εκλογικού ποσοστού, ιδιαίτερα του πλέον ευκατάστατου χουντοδεξιού (δικαστικούς, επιχειρηματίες, εφοπλιστές), και την επιστροφή τους στη Ν.Δ.»

Η συνομιλία Μπαλτάκου-Κασιδιάρη αποδεικνύει πως αυτός ο σχεδιασμός δεν βρισκόταν μόνο στα μυαλά της παρέας του Σαμαρά, ούτε στη δική μας φαντασία, όπως πολλοί στον αντιμνημονικό χώρο υποστήριζαν, αλλά είχε μπει σε στάδιο υλοποίησης, σε ανοικτή συνεργασία με τους Χρυσαυγίτες συμμορίτες. Στη συνωμοσία αυτήν συμμετείχαν και πολλά άλλα μέλη της κυβέρνησης και της δεξιάς. Εξάλλου, όταν το σχέδιο αυτό ακυρώθηκε μετά τη δολοφονία του Φύσσα, φάνηκε πολύ καθαρά πως η Χρυσή Αυγή όχι μόνο είχε διείσδυση στην Αστυνομία, στην ΕΥΠ, σε ανώτατους δικαστικούς, σε εφοπλιστικούς κύκλους και επιχειρηματίες, αλλά και ότι ένας αριθμός καναλιών, λαθρόβιων εφημερίδων, μεγαλοδημοσιογράφων και μεγαλοδικηγόρων συμμετείχαν σε αυτό.

Όταν ο κατηγορούμενος Μπούκουρας αποκαλύπτει πως ο δικηγόρος του Κούγιας δεν τον άφηνε να διαχωριστεί από τη Χρυσή Αυγή «για να μην κάνει ζημιά στους άλλους κατηγορουμένους» (!) τι άραγε σημαίνει για τον Κούγια και τους λοιπούς του φυράματός του; Τι δηλούν άραγε τα εμβατήρια που ακούγονται συχνά πυκνά σε εκπομπές «αντιμνημονιακων» δημοσιογράφων και άλλων ποντικών των μυστικών υπηρεσιών; Ό,τι το σχέδιο της συμπόρευσης με τους χρυσαυγίτες είχε προχωρήσει τόσο ώστε όλοι αυτοί ένιωσαν «προδομένοι», όταν η δολοφονία του Φύσσα πυροδότησε την αντίδραση άλλων τμημάτων των μυστικών υπηρεσιών, καθώς και των Αμερικανών και του Ισραήλ που, οδήγησαν στην ακύρωση ή έστω την αναστολή του σχεδίου. Παρ’ όλα αυτά όμως ο Σαμαράς μέσω του Μπαλτάκου και άλλων –ανάμεσά τους και γνωστής νεοδημοκρατικής(;) εφημερίδας με ψευδώνυμο τίτλο, που φιλοξενεί πολλούς Σαμαρικούς αρθρογράφους– συνέχισαν να κρατούν ανοικτούς τους διαύλους με την ακροδεξιά, όχι υποχρεωτικά με τη μορφή της Χρυσής Αυγής– έτσι εξηγείται και η περίεργη ασυλία του Κασιδιάρη, ο οποίος προφανώς εκβίαζε με τα βίντεο που διαθέτει.

Μόνον όταν ο Χρυσαυγίτης αντιλήφτηκε πως στη Νέα Δημοκρατία το σενάριο συμμαχίας με την Ακροδεξιά έχει πλέον εγκαταλειφθεί και προωθείται η μετεξέλιξή της σε «Νέα Ελλάδα» – κινούμενη προς την «κεντροδεξιά» σε αγαστή συνεργασία με τους νταβατζήδες των ΜΜΕ– και ο ίδιος δεν θα αποφύγει τη φυλακή, τότε αποφάσισε να «πουλήσει» τον άνθρωπό του στη Νέα Δημοκρατία, δηλαδή τον Μπαλτάκο. Γι’ αυτό και η καταδρομική αγανάκτηση του υιού Μπαλτάκου απέναντι στην «προδοσία» του Κασιδιάρη.

Οι συνέπειες αυτής της κίνησης θα είναι ανυπολόγιστες. Κατ’ αρχάς τίναξε στον αέρα όλη τη φιέστα που ετοίμαζε η κυβέρνηση μετά το Γιουρογκρουπ και τον «θρίαμβο» της. Τώρα πια κεντρικό ζήτημα έγιναν οι σχέσεις των σαμαρικών με τη Χρυσή Αυγή. Ο ΓΑΠ απειλεί την κυβερνητική πλειοψηφία, βρίσκοντας ευκαιρία να ξεχαστεί ο προδοτικός του ρόλος, η Χρυσή Αυγή πιθανότατα θα ανακάμψει στις δημοσκοπήσεις, παρότι αποδεικνύεται ο πεμπτοφαλαγγίτικος ρόλος της, η απαγόρευσή της θα καταστεί πολύ πιο δύσκολη και η Νέα Δημοκρατία κινδυνεύει να καταποντιστεί.

Γι’ αυτό εξάλλου και ο Σύριζα που δεν θέλει τώρα κατάρρευση της Κυβέρνησης, αλλά επιθυμεί εθνικές εκλογές από το Φθινόπωρο και μετά, όταν ο Σαμαράς θα έχει ολοκληρώσει τη μνημονιακή βρομοδουλειά, κρατάει χαμηλούς τόνους και δείχνει μια αμηχανία που συναγωνίζεται την κυβερνητική. Έτσι αντί να βάλει εναντίον του Σαμαρά ως υπεύθυνου για την συνωμοσία Μπαλτάκου-Κασιδιάρη, αντί να αποκαλύψει το ρόλο της Χρυσής Αυγής ως το μακρύ χέρι του κράτους ζητά την παραίτηση Δένδια-Αναστασίου, δηλαδή φαίνεται να υποστηρίζει τις αιτιάσεις… Κασιδιάρη! Όμως μια τέτοια κοντόφθαλμη πολιτική, επειδή ο Σύριζα τρέμει την πιθανή ανατροπή της κυβέρνησης Σαμαρά σήμερα, μπορεί να αποδειχτεί μοιραία! Ο Σύριζα δεν θα διαθέτει αιωνίως την ανοχή των αντιμνημονιακών ψηφοφόρων και πιθανόν το «momentum» και το ραντεβού με την… κυβέρνηση να την προσπεράσει!

 

Η Χρυσή Αυγή ως δολοφονικό ενεργούμενο των μνημονιακών δυνάμεων

Σεπτεμβρίου 19, 2013

9252_10151872960569805_879163966_n

Του Γιώργου Καραμπελιά

Για ποιόν δουλεύει η Χρυσή Αυγή και ποιόν εξυπηρετεί; Αυτό ήρθε να αποκαλύψει με τον πιο θεαματικό τρόπο ο εξ απορρήτων του Σαμαρά, Χρύσανθος Λαζαρίδης, με τις προκλητικές δηλώσεις του κατά τη διάρκεια της ημέρας που ακολούθησε την δολοφονία του Παύλου Φύσσα: Η Χ.Α. αποτελεί το όργανο για τον μετασχηματισμό ενός ομόθυμου αντιμνημονιακού κινήματος που υπερέβαινε τις αντιθέσεις μεταξύ αριστερών και δεξιών σε εμφυλιοπολεμικού χαρακτήρα σύγκρουση αριστερών και δεξιών, έτσι ώστε να ξεχαστεί το μνημόνιο, η κατοχή της χώρας και οι ευθύνες των πολιτικών μνημονιακών δυνάμεων.

Η Χ.Α. που εμφανίστηκε ως κίνημα διαμαρτυρίας ενάντια στην λαθρομετανάστευση και το μνημόνιο, δεν έχει πραγματοποιήσει καμία διαμαρτυρία ούτε έχει συμμετάσχει σε οποιαδήποτε κινητοποίηση ενάντια στο μνημόνιο, όπως συμβαίνει σήμερα με τις κινητοποιήσεις των εκπαιδευτικών, αλλά έχει πλέον εγκαταλείψει ακόμα και τις ρατσιστικές επιθέσεις ενάντια σε μετανάστες. Αντίθετα πρωτοστατεί σε «κινητοποιήσεις» για τον Μελιγαλά, τον Γράμμο και το Βίτσι, επιτίθεται σε μέλη του ΚΚΕ, και το αποκορύφωμα είναι η δολοφονία του Παύλου Φύσσα στο Κερατσίνι. Είναι πάρα πολύ χαρακτηριστική για όποιον παρακολουθήσει τη δράση της, αυτή η μετακίνηση, με την οποία προσπαθεί να μετατρέψει την αντιμνημονιακή δεξιά σε εμφυλιοπολεμικό βραχίονα των μνημονιακών δυνάμεων, που την χρησιμοποιούν ως όργανο αυτής της στρατηγικής. Γι’ αυτό η μεγάλη απήχηση που έχει στα ΜΑΤ, γι’ αυτό εν τέλει, και η ουσιαστική κάλυψη την οποία απολαμβάνει – από τον Σαμαρά και την παρέα του στη Νέα Δημοκρατία.

Οι μνημονιακές δυνάμεις χρειάζονται την Χ.Α. πρώτον διότι διαιρεί τον ελληνικό λαό, και δεύτερον διότι την εμφανίζουν ταυτόχρονα και ως εκφραστή της βίας των αντιμνημονιακών. Γι’ αυτό, η Ν.Δ. και ο Λαζαρίδης, από τη μία χαρακτηρίζουν την Χ.Α. νεοναζί (όπως και είναι), αλλά παράλληλα, αρνούνται να προχωρήσουν στο ξερίζωμα αυτής της φασιστικής οργάνωσης, και προωθούν την θεωρία των δύο αντιμνημονιακών άκρων απέναντι στα οποία στέκονται οι «νουνεχείς» μνημονιακοί δοσίλογοι. Γι’ αυτό και μετά τον Λαζαρίδη εμφανίζεται ο Σαμαράς ως ειρηνοποιός. Και όμως είναι πλέον πασίγνωστο ότι ο δολοφόνος Ρουπακιάς είναι ενεργό μέλος της Χ.Α. – πιθανότατα από ότι λέει και η οικογένειά του– και έμμισθο. Επομένως έπρεπε να διωχθεί η ηγεσία της Χ.Α. για ηθική αυτουργία στη δολοφονία και να αρχίσει η διαδικασία για την απαγόρευσή της. Αντί γι’ αυτό η Ν.Δ. αρκείται να επαναπατρίσει από την Χ.Α. κάποιους τους αγανακτισμένους μνημονιακούς «νοικοκυραίους» και ταυτόχρονα την αφήνει να συνεχίζει τη δράση της ως μπαμπούλας και όργανο διαίρεσης των αντι-μνημονιακών δυνάμεων.

Δεν λείπουν εξάλλου και οι αφελείς ή ανεγκέφαλοι της άλλης πλευράς, οι οποίοι είτε θα συνεχίσουν να γιορτάζουν από την πλευρά τους το Γράμμο και το Βίτσι, (όπως κάνει το ΚΚΕ), είτε θα επιτίθενται στην αντιμνημονιακή δεξιά όπως κάνουν ενάντια στους Ανεξάρτητους Έλληνες και τον Καμμένο. Όπως μάλιστα έχουμε γράψει πάμπολλες φορές, η ελληνική αριστερά και οι αντιεξουσιαστές με τον εθνομηδενισμό τους και την άρνηση αντιμετώπισης φαινομένων, όπως η λαθρομετανάστευση, επέτρεψαν την αρχική εκτίναξη της Χ.Α. Επί πλέον η αντιμετώπιση των πολιτικών αντιπάλων με τραμπούκικες και βίαιες μεθόδους, όπως συνέβαινε εν πολλοίς στα Πανεπιστήμια και στον νεολαιίστικο χώρο, ευνόησε τις προηγούμενες δεκαετίες την διάχυση απαράδεκτων συμπεριφορών, πάνω στις οποίες ήρθε να πατήσει η Χρυσή Αυγή.

Ωστόσο υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσά τους. Διότι κάποιοι ανεγκέφαλοι και μιλιταριστές του ακροαριστερού ή του αντιεξουσιαστικού χώρου, που έδρασαν και εναντίον του Πάνου Καμμένου, δεν μπορούν να συγκριθούν με τους ναζί, οι οποίοιυπάρχουν αποκλειστικά μέσω της οργανωμένης και δολοφονικής βίας. Εξάλλου αυτό λέγαμε τα παλιότερα χρόνια σε αντιεξουσιαστές και διάφορους άλλους: «Προσέξτε, γιατί με τη μισαλλοδοξία και τις μιλιταριστικές σας συμπεριφορές, θα ανοίξετε το δρόμο σε άλλους, που δεν χρησιμοποιούν περιστασιακά τη βία, αλλά συστηματικά, υπάρχουν μέσα από αυτή και απειλούν να αιματοκυλήσουν όλη την κοινωνία, όπως έκαναν και στο παρελθόν».

Ακριβώς επειδή έχουμε επισημάνει το αδιέξοδο ανάλογων πρακτικών στο παρελθόν, μπορούμε και να καταγγείλουμε απερίφραστα τη λογική των δύο άκρων που έχει μηχανευτεί ο Λαζαρίδης. Σήμερα είναι η Ν.Δ. και οι μνημονιακές δυνάμεις που χρησιμοποιούν την Χ.Α. για να επιτύχουν τη διαίρεση των αντιμνημονιακών δυνάμεων. Χαρακτηριστική είναι η φωτογραφία της εφημερίδας «Καθημερινή» στην πρώτη σελίδα της, την Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου, η οποία δεν παρουσιάζει τους χρυσαυγίτες δολοφόνους ή τα θύματά τους, αλλά μία ομάδα νεαρών κουκουλοφόρων διαδηλωτών στο Κερατσίνι! Αυτή είναι η στρατηγική τους. Να χρησιμοποιήσουν την δολοφονία για να ξεχαστούν η τρόικα, οι απεργίες και οι κινητοποιήσεις, να περιορίσουν την ανάπτυξη της Χ.Α. σε βάρος της δικιάς τους κομματικής επιρροής, και παράλληλα να τη συντηρούν ως δύναμη διαίρεσης και εμφυλίου πολέμου. Παίζουν με την φωτιά, όπως έκαναν όλοι οι προκάτοχοί τους στη διάρκεια του μεσοπολέμου που χρησιμοποίησαν τους φασίστες και τους ναζί, για να εμποδίσουν τα επαναστατικά κινήματα. Δεν διδάσκονται από αυτό μπροστά στις μικροπολιτικές τους σκοπιμότητες και την ανάγκη να διασώσουν πολιτικά το τομάρι τους.

Το «παράδοξο» είναι πως αυτή την απολύτως διάφανη στρατηγική των μνημονιακών δυνάμεων δεν την αποκαλύπτει ούτε η αντιμνημονιακή αριστερά, γιατί και αυτή συνεχίζει να επενδύει στο δίπολο δεξιά-αριστερά και όχι στην εθνικοαπελευθερωτική διάσταση που θα έπρεπε να πάρει ο αντιμνημονιακός αγώνας. Για χρόνια ολόκληρα μια ανιστόρητη εθνομηδενιστική Αριστερά, καλλιεργούσε την αντίληψη πως η ίδια η αντίσταση στους Γερμανούς στην Κατοχή δεν ήταν παρά εμφύλιος πόλεμος με τα τάγματα ασφαλείας και επέμενε στην περιχαράκωση των «αριστερών» απέναντι στους «δεξιούς». Και όμως, η αντιστασιακή παράδοση του ΕΑΜ και του Βελουχιώτη, η οποία μετέτρεψε την αριστερά σε μεγάλη πολιτική δύναμη, δεν διαχώριζε τους Έλληνες με βάση την πολιτική τους προέλευση αλλά τη στάση τους απέναντι στους κατακτητές. Τα τάγματα ασφαλείας τα κτύπησε ως όργανα των κατακτητών και όχι ως ιδεολογικούς αντιπάλους.

Σήμερα, που ο ελληνικός λαός πλήττεται εξίσου από τις πολιτικές της τρόικας και της νέας γερμανικής κατοχής, ο ρόλος των αντιμνημονιακών δυνάμεων, θα ήταν να ενώσουν όλους τους πληττόμενους Έλληνες και όχι να πέσουν στην παγίδα την οποία στήνουν οι δοσιλογικές μνημονιακές δυνάμεις που χρησιμοποιούν την Χ.Α. για να διαιρέσουν τις λαϊκές δυνάμεις.

 

Να τεθεί εκτός νόμου η ναζιστική συμμορία

Ένα μέρος της αριστερής αντιπολίτευσης με διάφορες απίθανες θεωρίες αρνείται να κινητοποιήσει το λαό ώστε να τεθεί εκτός νόμου η Χ.Α.

Καταλαβαίνουμε πως η Χρυσή Αυγή είναι χρήσιμη για πολλούς ως μπαμπούλας. Είναι χρήσιμη για τους εθνομηδενιστές, ώστε να λένε ιδού που οδηγεί ο «πατριωτισμός» –λες και οι χιτλερικοί ναζήδες, απόγονοι των ταγματασφαλιτών είναι «πατριώτες»– και να απεμπολούν οι ίδιοι πιο εύκολα την πατριωτική παράδοση της ελληνικής Αριστεράς. Στο παρελθόν ο Ριχάρδος Σωμερίτης είχε ευχηθεί ανοικτά να δημιουργηθεί ένα ακροδεξιό κόμμα, για να εξαφανιστεί η επιρροή των «αριστερών πατριωτών»! Το ίδιο έκαναν και διάφοροι «αντιεθνικιστές» «ιοί» οι οποίοι όχι μόνο συκοφαντούσαν ως φασίστες όλους τους πατριώτες –κατ’ εξοχήν της Αριστεράς– αλλά πρόβαλαν συστηματικά τη Χρυσή Αυγή, ώστε να κατασκευάσουν τον μπαμπούλα που τους χρειαζόταν. Σήμερα όμως ο μπαμπούλας πήρε σάρκα και οστά!

Ωστόσο υπάρχουν και πολλοί άλλοι που επικαλούνται διάφορα έωλα επιχειρήματα ενάντια στην απαγόρευση της Χ.Α.Πρώτο και κυριότερο ότι οι «ιδέες» δεν απαγορεύονται αλλά πρέπει να απαντηθούν με άλλες ιδέες! Η θεωρία αυτή είναι απολύτως εσφαλμένη γιατί η Χ.Α. δεν έχτισε την επιρροή της στηριζόμενη στη δύναμη των «ιδεών» της, τις οποίες προσπαθεί όσο μπορεί να αποκρύβει, αλλά στη χρήση της βίας. Λένε λοιπόν όσοι υποστηρίζουν αυτή την αντίληψη πως αν διωχθεί και απαγορευτεί η Χ.Α. θα εμφανιστεί με νέο όνομα και μάλιστα ως διωκόμενη. Όμως η Χ.Α. στελεχώνεται από παρακρατικούς, μπράβους, ανθρώπους του υποκόσμου, τμήματα των δυνάμεων καταστολής, και έχει στηριχθεί αποκλειστικά στη βία για να αναπτυχθεί, αυτή προβάλλει ακόμα και μέσα στη Βουλή, και όχι βέβαια τις ναζιστικές της ιδέες τις οποίες κρύβει από τον ευρύτερο κύκλο των ανεγκέφαλων ψηφοφόρων της. Επομένως, δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί μόνο στο επίπεδο των ιδεών αλλά στο επίπεδο που κατ’ εξοχήν δρα. Και είτε θα τους αντιμετωπίσει η πολιτεία, απαγορεύοντάς τους, είτε θα τους αντιμετωπίσουν άλλες ομάδες και θα οδηγηθούμε σε εμφυλιοπολεμικού χαρακτήρα συρράξεις. Κατά συνέπεια, η καταστολή των δραστηριοτήτων τους και η απαγόρευση είναι το μόνο μέτρο που μπορεί να μειώσει τις συγκρούσεις και όχι το αντίθετο.

Δεύτερο επιχείρημα που χρησιμοποιείται κατ’ εξοχή από το ΚΚΕ είναι πως η απαγόρευση του ναζισμού μπορεί να ανοίξει το δρόμο για διώξεις εναντίον της αριστεράς! Πρόκειται για αστειότητα διότι δυνάμεις που έχουν ρίζες στο λαό, δεν μπορούν να διωχθούν με απαγορεύσεις, αντίθετα ενισχύονται, ενώ αντίθετα το φαινόμενο της Χρυσής Αυγής έχει ρίζες μόνο στους τραμπούκους και οι υπόλοιποι ψηφοφόροι της είναι περιστασιακοί, επομένως πρέπει να ξεριζωθεί τώρα, πριν αποκτήσει αυτές τις περιβόητες ρίζες.

Το τρίτο επιχείρημα αφορά τους ψηφοφόρους της «Χρυσής Αυγής», που προβάλλεται κάποιες στιγμές ακόμα και από μερικούς φίλους μας: «Τι θα γίνει με τους μη φασιστές και αυθεντικούς αντιμνημονιακούς ψηφοφόρους της Χρυσής Αυγής, που συχνά προέρχονται από λαϊκά στρώματα ή ακόμα και την αριστερά;» Μα ακριβώς η χειρότερη επιλογή είναι να εγκαταλειφθούν τα λαϊκά στρώματα στη ναζιστική προπαγάνδα. Έχει γραφτεί στον τύπο (βλ. και στο Βήμα σήμερα) ότι ο Ρουπακιάς στο παρελθόν ανήκε σε «άλλο πολιτικό χώρο», υπονοώντας ότι βρισκόταν στην επιρροή του ΚΚΕ. Ξέρουμε ότι η επίθεση των Χρυσαυγιτών στο Πέραμα και το Κερατσίνι έγινε γιατί η ΧΑ μετά τις παραδοσιακά συντηρητικές λαϊκές περιοχές του Ασπροπύργου ή του Θριάσιου Πεδίου, προσπαθεί τώρα να διεισδύσει προνομιακά σε λαϊκές γειτονιές με αριστερή παράδοση. Γι’ αυτό οργάνωσε και τις επιθέσεις στο Πέραμα και το Κερατσίνι. Και για να το κάνει χρειάζεται επίδειξη δύναμης και τραμπουκικές επιθέσεις, ενώ πληρώνει και μερικούς μπράβους, πράγμα που σε συνθήκες ανεργίας και εξαθλίωσης είναι αρκετά εύκολο. Πρέπει μέσα από μια παλλαϊκή κινητοποίηση να πειστούν οι απλά αγανακτισμένοι πολίτες να εγκαταλείψουν το ναζιστικό μόρφωμα και βέβαια τόσο το χειρότερο για τη δράκα εκείνων που θα συνεχίσουν να τους στηρίζουν. Εξάλλου δεν πρέπει να αφήσουμε τους ναζήδες να αλώσουν τη νεολαία και τα σχολειά.

Δεν καταλαβαίνουν άραγε όσοι χρησιμοποιούν ανάλογα επιχειρήματα πως η ΧΑ είναι απολύτως απαραίτητη στο σύστημα, διότι εμποδίζει τις αντιμνημονιακές δυνάμεις να ενωθούν και πως αν δεν υπήρχε η ΧΑ οι δοσιλογικές δυνάμεις θα είχαν ήδη καταρρεύσει; Αρκετά αφέθηκε το φαινόμενο της ΧΑ ουσιαστικά στο απυρόβλητο. Ειδικά για τις πατριωτικές δημοκρατικές δυνάμεις αποτελούν έναν από τους μεγαλύτερους εχθρούς. Θα πρέπει μήπως να θυμίσουμε πως μόνο το «Άρδην» έχει πραγματοποιήσει έναν συστηματικό ιδεολογικό αγώνα ενάντιά της τα προηγούμενα χρόνια;

Πρέπει λοιπόν εδώ και τώρα, να ξεκινήσει μια μεγάλη καμπάνια με στόχο την απαγόρευση των νεοναζιστικών δραστηριοτήτων και σχημάτων στην Ελλάδα. Όλα τ’ άλλα είναι προφάσεις εν αμαρτίαις ή στην καλύτερη περίπτωση έκφραση μιας βαθύτατης άγνοιας απέναντι στο φασιστικό φαινόμενο και τον τρόπο αντιμετώπισής του. Οι Ναζί στηρίζουν τη δύναμή τους στη βία και με αυτή αιματοκύλησαν όλη την Ευρώπη. Και μόνο με τη βία αντιμετωπίστηκαν εν τέλει. Για να μη φτάσουμε εκεί πρέπει να τεθούν εκτός νόμου τώρα!

 

19 Σεπτεμβρίου 2013

Γιώργος Καραμπελιάς

Περιοδικό Άρδην 

Οι πλατείες ήταν μόνο η αρχή: να πάμε ένα βήμα παραπέρα *

Ιουνίου 27, 2011

Κι έρχεται η στιγμή

για ν’ αποφασίσεις

με ποιους θα πας

και ποιους θ’ αφήσεις

Δ. Σαββόπουλος

Οι αγανακτισμένοι έσπασαν τα μεταπολιτευτικά στεγανά και έθεσαν ξανά, έπειτα από δεκαετίες, τον ελληνικό λαό σε κίνηση. Ο κόσμος αρχίζει σιγά-σιγά να αμφισβητεί τις κυρίαρχες πολιτικές ταυτότητες και τους διαχωρισμούς του παλιού κόσμου – που από καιρό είχαν εξαντληθεί και έχασκαν σαν πουκάμισα αδειανά. Έτσι, μια ολόκληρη κοινωνία ανοίγει δρόμο μέσα από τα ερείπια του χθες, προς μια νέα εποχή.

Σήμερα, ένα νέο, αυτόνομο υποκείμενο γεννιέται στις πλατείες. Το κύριο γνώρισμά του είναι ότι συνθέτει το αίτημα για εθνική αυτοδιάθεση με εκείνα για κοινωνική χειραφέτηση και άμεση δημοκρατία. Κατά τούτο, θα λέγαμε ότι ανήκει οργανικά στη μεγάλη οικογένεια των ριζοσπαστικών κινημάτων του 21ου αιώνα. Από τη μια αμφισβητεί κατά πρόσωπο την παγκοσμιοποίηση και το εγχώριο προσωπικό της – εξ ου και η σύνθεση μεταξύ εθνικής αυτοδιάθεσης και κοινωνικής χειραφέτησης, απαραίτητη προϋπόθεση για κάτι τέτοιο και από την άλλη ξεκαθαρίζει οριστικά τους λογαριασμούς του με τα φαντάσματα των κινημάτων του προηγούμενου αιώνα, τον αυταρχισμό, τον ολοκληρωτισμό, τη διάκριση μεταξύ διευθυντών και διευθυνόμενων –γι’ αυτό και επιμένει τόσο πολύ στο αίτημα για άμεση δημοκρατία.

Ωστόσο, αυτή τη στιγμή βιώνουμε μόνο την πρώτη φάση αυτής της διαδικασίας. Την κατεδάφιση και την αποδόμηση του παλιού. Γι’ αυτό και στο πολιτικό σκηνικό χάσκει αυτή τη στιγμή ένα τεράστιο κενό, ενώ, ταυτόχρονα, παρατηρούμε μια μεγάλη κινητοποίηση από παράγοντες που μέχρι χθες είχαν πεταχτεί έξω από το μεγάλο πολιτικό παιχνίδι, ή που έπαιζαν ρόλο καθ’ όλα περιθωριακό. Εμείς δεν θα είχαμε καμία αντίρρηση για τη συγκρότηση μετώπων και κινήσεων, που θα στηρίζονται στη λαϊκή βάση και το κίνημα των αγανακτισμένων, και θα το εκφράζουν έστω και μερικά, έστω και ατελώς. Διότι, τότε, ακόμα και τα ποικιλώνυμα «αντιμνημονιακά μέτωπα» θα υπόκεινταν σε έναν κάποιο έλεγχο από τη βάση του κινήματος. Διαφορετικά, εάν απουσιάζει αυτός ο έλεγχος, κινδυνεύουν να αποτελέσουν απλώς απόπειρες να επωφεληθούν και να χρησιμοποιήσουν το τεράστιο κύμα διαμαρτυρίας, που σαρώνει την ελληνική κοινωνία, χώροι και προσωπικότητες που προ πολλού έχουν φάει τα ψωμιά τους σε επίπεδο οραμάτων, ιδεολογίας και προτάσεων.

Η εποχή μας χρειάζεται πραγματικές ανατροπές κι επαναστάσεις, σε όλα τα επίπεδα, πολιτικό, κοινωνικό και πολιτιστικό, και όχι απορροφητήρες δυσαρέσκειας και ευκαιριακά σχήματα διαμαρτυρίας. Μια μορφή ζωής πεθαίνει, και αυτό που έχουμε να κάνουμε είναι να επινοήσουμε, μέσα από τον μεγάλο ελληνικό «Μάη» των πλατειών, μία άλλη, που ν’ απαντάει στις προκλήσεις και τα αδιέξοδα της εποχής μας, να επιτρέπει στον ελληνικό λαό να σταθεί στα πόδια του, μέσα στην κρίση της παγκοσμιοποίησης και την ολοκληρωτική ανατροπή των πλανητικών ισορροπιών. Τίποτε λιγότερο!

Γι’ αυτό και, σύντομα, θα περάσουμε σε μια φάση όπου τα ήθη, οι νέες ιδέες και οι πρακτικές, που μπουσουλάνε ακόμα σήμερα στις πλατείες, θα πρέπει να εξαπλωθούν μέσα στο σώμα της κοινωνίας και να ολοκληρωθούν σ’ ένα νέο κίνημα. Αυτό είναι το στοίχημα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε από εδώ και πέρα: το εάν μπορεί να ριζώσει και να εξελιχθεί ό,τι εγκαινιάστηκε με το κίνημα των αγανακτισμένων. Στο μέτρο που θα συμβεί αυτό, θ’ αρχίσει να αλλάζει και η ελληνική κοινωνία, δημιουργώντας έτσι τις προϋποθέσεις επεξεργασίας μιας πραγματικής, ρεαλιστικής και υλοποιήσιμης εναλλακτικής πρότασης στο γενικευμένο ξεπούλημα και τον εξανδραποδισμό του ελληνικού λαού, που επιχειρείται σήμερα.

Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να γεννηθούν νέοι φορείς, αυτόνομοι από τον παλιό πολιτικό κόσμο, από το σύστημα και τις δήθεν αντιπολιτευτικές του εφεδρείες, τα χθεσινά «κατεστημένα της αμφισβήτησης», φορείς που θα αναλάβουν να φέρουν σε πέρας αυτόν τον μετασχηματισμό. Και αυτό το έργο έχει δύο σκέλη, που επικοινωνούν και αλληλοτροφοδοτούνται.

Το πρώτο είναι ιδεολογικο-πολιτικό. Θα πρέπει, δηλαδή, αυτό το νέο αυτόνομο υποκείμενο να παραγάγει πολιτική, θέσεις που να υλοποιούν τις κεντρικές κατευθύνσεις πάνω στα συγκεκριμένα ζητήματα, στα εθνικά, τα κοινωνικά, τα εργασιακά, την παιδεία, στο επίπεδο της πρότασης ζωής και στον πολιτισμό.

Δεύτερο, είναι το οργανωτικό στοίχημα. Στο πως τα μέτωπα που έχτισε ο αγωνιζόμενος λαός στις πλατείες μπορούν να γεννήσουν μέτωπα μέσα στους χώρους δουλειάς, στις γειτονιές, στους χώρους της νεολαίας. Στο πως, δηλαδή, θα γεννηθούν νέες δομές που θα δώσουν διέξοδο στις τελματωμένες διαδικασίες και διεργασίες που επικρατούν σ’ αυτούς τους χώρους, με τον ίδιο τρόπο που δόθηκε η διέξοδος από τις πλατείες στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό. Στο πως, δηλαδή, οι αγανακτισμένοι της πλατείας θα εξελιχθούν σε αγανακτισμένους μέσα στους μαζικούς κοινωνικούς χώρους.

Σε αυτό το σημείο, θα πρέπει να δοθεί μια εξήγηση. Η ελληνική κοινωνία, όντας κοιμισμένη μέσα στην ύστερη μεταπολίτευση, αντιμετωπίζει τεράστια ένδεια εργαλείων για να μπορέσει να φέρει σε πέρας αυτό το έργο. Πιο απλά, όλα τα παραπάνω δεν μπορούν να γίνουν πάνω στις χτεσινές πεπατημένες, με τον παραγοντίστικο τρόπο που δίδασκε ο χτεσινός δικομματισμός, ούτε με την οργανωσιακή λαγνεία της ελληνικής αριστεράς. Η ρήξη με τη μεταπολίτευση δεν μπορεί να είναι μόνον ρήξη με τις ιδέες και την κοσμοαντίληψή της.

Πρέπει να είναι και ρήξη με τις πρακτικές της, τον τρόπο με τον οποίον ασκούσε πολιτική. Ρήξη με αυτό το τόσο γνώριμο πολιτικό ον: προσωπολάτρη, χειροκροτητή και, ταυτόχρονα, τυχοδιώκτη και οπορτουνιστή, συνδικαλο-πατέρα, πολιτευτάκια, που άλλα λέει κι άλλα κάνει, που εκφυλίζει όλες τις δημοκρατικές διαδικασίες, που ανάγει τον ψευδοριζοσπαστισμό και την προσποίηση σε συστατικό στοιχείο του «επικοινωνιακού» (sic!) του προφίλ.

Και, ταυτόχρονα, πρέπει να κομίζουν και καινοτομίες, οι οποίες να εκφράζουν τις σύγχρονες πραγματικότητες που δεν χωρούν στα χτεσινά σχήματα. Να καλύπτουν τις πολλαπλές ταυτότητες που έχουν οι άνθρωποι σήμερα (ταυτόχρονα εργαζόμενοι, άνδρες ή γυναίκες, πολίτες, κάτοικοι, και, βέβαια, λαός με ταυτότητα, ιστορία και μνήμη), χωρίς να καταπιέζεται καμία από αυτές. Να βρουν μια ισορροπία μεταξύ της άμεσης δημοκρατίας και της σύνθεσης, αποφεύγοντας τον κατακερματισμό από τη μια, και τους αποκλεισμούς από την άλλη.

Η Κίνηση Ανεξαρτήτων Πολιτών, η Σπίθα του Μίκη Θεοδωράκη, με τις αρχικές διακηρύξεις της για Άμεση Δημοκρατία, έδειξε αρχικώς ότι είχε τη δυνατότητα να εξελιχθεί στο πολιτικό εργαλείο που θα μπορούσε –μαζί με άλλες πρωτοβουλίες, βέβαια– να φέρει σε πέρας ένα μεγάλο μέρος των αναγκαίων μετασχηματισμών και να αποτελέσει μια οργανωμένη βάση του κινήματος, που θα συνιστούσε και το προνομιακό όπλο για τη διαμόρφωση μετώπων με προοπτική και διάρκεια. Υπέστη, όμως, μια παλαιοκομματική οπισθοδρόμηση, και γι’ αυτό ευθύνονται, εκτός από την απειρία, και οι φοβίες, οι αντιφάσεις και οι εμμονές του ιδρυτή της, Φαίνεται ότι δεν επιλέγουμε τη συγκρότησή μας σε πραγματικό πολιτικό κίνημα, ως μία αυτόνομη δύναμη που κινείται μέσα στις πλατείες σαν το «ψάρι μέσα στο νερό», και, πάνω σε αυτή τη βάση, συγκροτούμε και ευρύτερες συμμαχίες αντίθετα, ακολουθούμε μια αυτοκτονική λογική που θα μας οδηγήσει να συρρικνώσουμε τις Σπίθες και να παίξουμε αποδυναμωμένοι το χαρτί του «αντι-μνημονιακού μετώπου» και της συνεργασίας με διάφορους «παράγοντες» κ.ο.κ.

Η ΚΑΠ χαντακώνει και τη δικιά της την εξέλιξη, γιατί ακριβώς αυτό το «Μέτωπο» σήμερα κινδυνεύει να είναι αποκλειστικά μια συνένωση προσωπικοτήτων, που θα εκφράσει ένα μέρος της λαϊκής δυσαρέσκειας. Και μια τέτοια συνένωση λειτουργεί μέσα από κλειστές, ολιγομελείς συσκέψεις, και οργανώνεται από «στρατηγεία», δεν έχει χρόνο ούτε ενδιαφέρον για τη διαμόρφωση νέων αγωνιστών, ανώτερης ποιότητας και ήθους, για τη συμμετοχή μέσα στα κινήματα, ώστε να αποτελεί κομμάτι της ίδιας της λαϊκής καθημερινότητας, ό,τι, δηλαδή, πρέπει, σήμερα, να κάνει κάποιος για να επιταχύνει τις διαδικασίες ανάδυσης ενός νέου κινήματος.

Πώς θα μπορούσαν, άραγε, να εξελιχθούν τα πράγματα; Είναι ένα πολύ κρίσιμο ερώτημα που μπορεί να μας δώσει απαντήσεις για το τι μπορεί να γίνει από εδώ και πέρα. Η Κίνηση Ανεξαρτήτων Πολιτών κινδυνεύει να καταλήξει σε μια απλή υπόμνηση του τι θα μπορούσε να γίνει και δεν έγινε!

Διότι μια Ανεξάρτητη Κίνηση Πολιτών, αν θέλει πραγματικά να διαμορφώσει όρους ενίσχυσης και ολοκλήρωσης ενός κινήματος στην Ελλάδα, θα μπορούσε:

– Να οσμωθεί με τις πλατείες, βοηθώντας το εν τη γενέσει πολιτικό υποκείμενο να ξεκαθαρίσει γρηγορότερα τους λογαριασμούς τους με τις δυνάμεις της παλιάς αριστεράς και των άλλων κατεστημένων της αμφισβήτησης, που, μέσα από την υπερ-κινητοποίηση των στελεχών τους και τον εκφυλισμό των διαδικασιών του κινήματος, επιδιώκουν να το ελέγξουν και να το εκτρέψουν σε ένα ηττοπαθές κίνημα, που ψελλίζει τα χθεσινά κλισέ.

– Να κινητοποιήσει όλον τον ελληνικό λαό, χρησιμοποιώντας ως εργαλείο μια μεγάλη καμπάνια υπογραφών που να απαιτούν δημοψήφισμα εναντίον του Μνημονίου. Μια τέτοια κίνηση θα έφερνε τον αέρα της αντίστασης και στο τελευταίο σπίτι αυτής της χώρας, ενώ, ταυτόχρονα, θα έδινε στους ανθρώπους τη δυνατότητα να αυτο-οργανωθούν γύρω από έναν απλό σκοπό, δίχως διαμεσολαβήσεις και καπελώματα.

– Να συνεχίσει το μεγάλο έργο της ιδεολογικο-πολιτικής σύνθεσης, συντάσσοντας όλες τις επιμέρους και διάσπαρτες φωνές και απόψεις, που ακούγονταν μέχρι σήμερα γύρω απ’ όλα τα ζητήματα, σε έναν ενιαίο πολιτικό λόγο. Και κάτι τέτοιο θα μπορούσε να γίνει μέσα από την πραγματοποίηση εκδηλώσεων για κάθε ζήτημα, την κινητοποίηση πάνω σε συγκεκριμένα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η ελληνική κοινωνία, την οργάνωση ειδικών θεματικών ομάδων δουλειάς, που ασχολούνται με κάθε πτυχή του συλλογικού μας βίου.

– Να αποπειραθεί τη μεταφορά του πνεύματος και του κλίματος των πλατειών μέσα στους μαζικούς χώρους, συμβάλλοντας στη συγκρότηση μετώπων μέσα στους χώρους δουλειάς, τα πανεπιστήμια, και τις γειτονιές.

– Μόνο με αυτές τις προϋποθέσεις και τη συνακόλουθη οργανωτική ανάπτυξη της Κίνησης θα μπορούσε να οικοδομηθεί και ένα αξιόπιστο αντιμνημονιακό μέτωπο, όπου η Σπίθα θα λειτουργούσε ως ο εγγυητής της σοβαρότητάς του και της σύνδεσης με τα μαζικά κινήματα.

Γνωρίζουμε πως τα πράγματα βιάζουν, οι καιροί ου μενετοί. Και το μεγάλο στοίχημα είναι πώς το νέο, που έχει όντως γεννηθεί, από ποικίλες πρωτοβουλίες και προνομιακά από τη Σπίθα, και κορυφώνεται σήμερα στις πλατείες των αγανακτισμένων, θα αρχίσει να μετεξελίσσεται σε ένα οργανωμένο και συνεκτικό κίνημα. Θέσαμε τις προϋποθέσεις γι’ αυτό. Όμως καθυστερούμε απελπιστικά και αυτή η καθυστέρηση θα μας οδηγήσει αναπόφευκτα στην παράδοσή μας σε συμφωνίες κορυφής και μόνο και στη συρρίκνωση, ακόμα και την πιθανή διάλυση της ΚΑΠ.

16 Ιουνίου 2011

Γιώργος Καραμπελιάς

*Κείμενο που είχα γράψει πριν τη Συνδιάσκεψη της ΚΑΠ της 18η-19ης Ιουνίου και το οποίο, για να μην πυροδοτήσει τότε αντιπαραθέσεις, δεν δημοσιεύτηκε. Αντ’ αυτού, προτιμήθηκε το κείμενό μου, «Η Σπίθα και οι Αγανακτισμένοι», που είχε δημοσιευτεί στις 17 Ιουνίου στην κεντρική ιστοσελίδα της Κίνησης, όπου οι ίδιες απόψεις παρουσιάζονταν με πιο συνοπτικό και ήπιο τρόπο. Αυτές τις απόψεις μου τις γνώριζαν και πολλά μέλη της Συμβουλευτικής και άλλα μέλη των Σπιθών και, βεβαίως, οι φίλοι μου στο Άρδην, ακόμα και έξω από αυτό. Εξ άλλου, στην τελευταία Συμβουλευτική όπου συμμετείχα, στις 16 Ιουνίου, την ημέρα που είχα γράψει και αυτό το κείμενο, προσπαθούσα με επιμονή να πείσω τον Μ.Θ. πως δεν πρέπει να νιώθει εχθρότητα με τις πλατείες και το κίνημα των Αγανακτισμένων, και αυτό το γνωρίζουν και κάποιοι από αυτούς που σήμερα σιωπούν.  Δημοσιοποιώ, λοιπόν, το κείμενο μου, ώστε να κατανοήσουν όλοι τα πολιτικά αίτια μιας, από πρώτη άποψη, δήθεν προσωπικής και «οργανωτικίστικης» αντιπαράθεσης. Η εμμονή στα οργανωτικά υποκρύπτει πάντα πολιτικές διαφωνίες.

Γ.Κ.  26 Ιουνίου 2011

Επιστολή παραίτησης του Γ. Καραμπελιά από τη Συμβουλευτ​ική Επιτροπή της Κίνησης Ανεξάρτητων Πολιτών (Σπίθα)

Ιουνίου 24, 2011

«Σύντροφοι γρηγορείτε, ο παλιός κόσμος είναι ήδη πίσω σας»*…

Τα τελευταία γεγονότα στο εσωτερικό της Ανεξάρτητης Κίνησης Πολιτών έχουν τροχοδρομήσει αρνητικότατες εξελίξεις για το εγχείρημά μας. Η έλλειψη εσωτερικής δημοκρατίας, που παρατηρήθηκε στη συνδιάσκεψη, δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά συνέχεια μιας τακτικής μηνών, με διαρκείς αντεγκλήσεις και συγκρούσεις χωρίς αρχές· αυτές, δυστυχώς, δεν αντανακλούν μόνο προσωπικές στρατηγικές, ή απειρία σε επίπεδο Σπιθών, αλλά εκπορεύονται κατ’ εξοχήν από λανθασμένες επιλογές και τακτικές της ίδιας της ηγεσίας της κίνησης: Η αλλαγή τριών (ή  μήπως τεσσάρων;) οργανωτικών υπευθύνων,  η προώθηση πέντε ή έξι νέων «οργανωτικών» σχημάτων και η έλλειψη παραγωγής πολιτικής –δεν υπάρχει ούτε μία επιτροπή επεξεργασίας θεμάτων– καταδεικνύουν μια μονόπλευρη εμμονή σε ένα μοντέλο οργάνωσης, σύμφωνα με το οποίο οι Σπίθες λειτουργούν μόνο ως μηχανισμοί προετοιμασίας μαζικών εκδηλώσεων της ηγεσίας της κίνησης, με πενιχρή αν όχι ανύπαρκτη παρέμβαση σε μαζικά κινήματα.

Παρ’ όλα αυτά, μέχρι τη συνδιάσκεψη, έθετα σε δεύτερη μοίρα αυτές τις διαπιστώσεις μου, κρίνοντας πως η «εξωτερική» δυναμική της Κίνησης υπερκάλυπτε τις εσωτερικές αδυναμίες –κάποτε και φαιδρότητες– στη λειτουργία μας. Εξ άλλου, είχα αποδεχτεί τη συμμετοχή μου στην Προσωρινή Συμβουλευτική Επιτροπή της Κίνησης,  παρά τους ενδοιασμούς μου, διότι η κρίση που περνάει η χώρα υποχρεώνει σε συστράτευση όλους όσους συμφωνούν γύρω από το τετράπτυχο, εθνική ανεξαρτησία, κοινωνική δικαιοσύνη, οικολογική ισορροπία, άμεση δημοκρατία.

Η Συνδιάσκεψη αποτέλεσε όντως ένα σημείο καμπής, όπως έγραφα σε πρόσφατο κείμενό μου. Κατ’ αρχάς θετικά, διότι με μεγάλη προσπάθεια κατορθώσαμε να μη βγούμε διασπασμένοι από αυτήν, παρά τις αντίθετες και συντονισμένες προσπάθειες, γεγονός που δείχνει τη δύναμη ενός συλλογικού σώματος. Επειδή όμως, για κάποιους, ο κίνδυνος είναι ακριβώς η συγκρότηση ενός συλλογικού υποκειμένου που διασκέπτεται, συνεδριάζει και αποφασίζει, αμέσως μετά, επικράτησαν τα αρνητικά στοιχεία και άρχισε μια μεθοδευμένη συκοφαντική εκστρατεία, με στόχο την αποχώρηση ενός μέρους της Κίνησης. Και δεν μπορώ να ερμηνεύσω διαφορετικά την αθρόα δημοσίευση ψευδολόγων κειμένων, τη στιγμή που, επί μήνες, κείμενά μου –που συχνά είχα γράψει με προτροπή του ίδιου του Μ. Θεοδωράκη (για παράδειγμα, κείμενό μου για τις Θέσεις της Σπίθας ή για τα γεγονότα της Κερατέας, κ.λπ.)– έμειναν αδημοσίευτα σε αυτή την, ξαφνικά, τόσο «δημοκρατική» ιστοσελίδα.

Αυτά θα πρέπει να συνδυαστούν με τις πρόσφατες συμμαχίες με ένα κομμάτι του συστήματος, το οποίο γυρεύει σήμερα να επιπλεύσει πάνω σε ένα αντιμνημονιακό σωσίβιο, οπότε ο ρόλος της Σπίθας γίνεται πολύ πιο διακοσμητικός, ενώ ενισχύεται η παρουσία και ο ρόλος παραγόντων που επιζητούν εκλογική επιβεβαίωση και βουλευτικούς θώκους. Δυστυχώς, κινδυνεύουμε να βρεθούμε μπροστά σε «μια από τα ίδια», τη στιγμή που ο ελληνικός λαός, μέσα στη δίνη της κρίσης, δεν έχει ανάγκη από ένα πολιτικό σχήμα συναρμολογημένο από τα ερείπια του υπό κατεδάφιση παλιού κόσμου.

Ο ελληνικός λαός, μέσα από τον υπό εξέλιξη ελληνικό «Μάη», χρειάζεται νέα πολιτικά εργαλεία, τα οποία, μέσα στο κλίμα της πραγματικής δημοκρατίας, θα απελευθερώσουν τις δημιουργικές δυνάμεις του. Η ανάπτυξη ενός νέου μαζικού κινήματος, στο οποίο η Κίνηση και ο Μίκης Θεοδωράκης συνέβαλαν, αποτέλεσε το πρώτο βήμα σε αυτή την κατεύθυνση, σήμερα όμως χρειάζονται νέα βήματα και αυτό είναι το στοίχημα που πρέπει να κερδίσουμε, και σε αυτή την κατεύθυνση θα συνεχίσω να στρατεύομαι.

Οι σχεδόν πέντε δεκαετίες μιας αδιάλειπτης πολιτικής δραστηριότητας, δίχως συστημικές παρεκβάσεις, δεν μου επιτρέπουν να ανεχτώ άλλο την επανάληψη πρακτικών που οδήγησαν τον ελληνικό λαό στη σκληρότερη ματαίωση της πρόσφατης ιστορίας του και θέτουν σε κίνδυνο το νέο που γεννιέται. Και αυτή τη διαδρομή μου δεν θα την αμαυρώσουν αστεία ανταλλάγματα, όπως μια περίοπτη θέση σε ένα πολιτικό σχήμα, ή μια κοινοβουλευτική έδρα.

Το δικό μου όραμα είναι φτιαγμένο από άλλα υλικά. Γι’ αυτό και σας κοινοποιώ την παραίτησή μου από την Προσωρινή Συμβουλευτική Επιτροπή της ΚΑΠ, η οποία υπήρξε όντως και κατ’ εξοχήν «συμβουλευτική»! Για περισσότερες εξηγήσεις και λεπτομέρειες θα επανέλθω αν και όταν χρειαστεί.

 

Υ.Γ. Κάποιοι, ανενδοίαστα, αναφέρονται υβριστικά στο Άρδην και τη Ρήξη. Μπορώ να πληροφορήσω τους καλόπιστους  –όχι βέβαια τους υβριστές–, ότι το Άρδην από το 1996 και η Ρήξη σε δύο περιόδους μετά το… 1980, αποτελούν συλλογικά εγχειρήματα μιας αναγνωρισμένης ποιότητας με εκατοντάδες συνεργάτες και συμβολή όσο κανένα άλλο έντυπο στην Ελλάδα στη διαμόρφωση του ιδεολογικού χώρου στον οποίο κινείται και η ΚΑΠ. Μερικοί από αυτούς συμμετέχουν στη Σπίθα, όχι όλοι βεβαίως, ούτε καν ολόκληρη η συντακτική επιτροπή των εντύπων μας. Και αν επαίρομαι για κάτι δεν είναι για τα δεκάδες βιβλία που έχω γράψει, ούτε για τους προσωπικούς μου αγώνες, όσο για το ότι μέσα στις πιο δύσκολες συνθήκες έχω συμβάλει στη διαμόρφωση συλλογικών υποκειμένων που διαμορφώνουν ανθρώπους με υψηλό πνευματικό επίπεδο, γενναίο φρόνημα και υψηλό ήθος. Αυτό το ήθος που λείπει από τους υβριστές και όσους δεν πάσχισαν ποτέ ειλικρινά για τίποτε το συλλογικό στη ζωή τους.

 

Γιώργος Καραμπελιάς

 * Σύνθημα από τους τοίχους του Μάη του ’68

«Απαισιοδοξία της γνώσης, αισιοδοξία της θέλησης»

Μαΐου 9, 2011

Ενάντια στην κατάθλιψη

Καραμπελιάς Γ., Ρακκάς Γ.

Ο αγώνας ενάντια στο γενικευμένο αδιέξοδο θα είναι παρατεταμένος
Ο ποιοσδήποτε επιθυμεί να παρέμβει σήμερα στην ελληνική κοινωνία βρίσκεται αντιμέτωπος με τρία εμπόδια:
Πρώτο, η σύγχυση, και συχνά ο πανικός, του λαού, που συστηματικά καλλιεργεί η προπαγάνδα και η παραπληροφόρηση των κατεστημένων μέσων. Η κατατρομοκράτηση των πρωινάδικων και του «δελτίου των 8» που προβάλλει το οικονομικό αδιέξοδο για να πανικοβάλει τον λαό.
Δεύτερο, η εξοργιστική ασυδοσία και αλαζονεία με τις οποίες οι άρχουσες τάξεις μεθοδεύουν την εκποίηση της πατρίδας μας.
Τρίτο, η κρίση των θεσμών και των εργαλείων αντίστασης της ίδιας της κοινωνίας. Κρίση που εκφράζεται ως εξάντληση της Μεταπολίτευσης, διάλυση όλων των πολιτικών ιδεολογιών, πρακτικών και θεσμών που άνθισαν μέσα σ’ αυτή – κι ευρύτερα, ως ηθική, πολιτιστική και αξιακή αποσύνθεση ολάκερης της ελληνικής κοινωνίας. (more…)

«Εμφύλιος πόλεμος»

Απρίλιος 10, 2009

Με την επικαιρότητα κάθε μέρα να γίνεται ολοένα και πιο τρομακτική (βλέπε το τελευταίο «αμερικάνικου τύπου» συμβάν σήμερα με τον μαθητή του ΟΑΕΔ), με τον κοινωνικό ιστό να φαίνεται πια να ταράσσεται και να διαρρηγνύεται στην ίδια του τη βάση (και αυτό είναι δυνάμει ακόμη πιο τρομακτικό), παραθέτω ένα πρώιμο αλλά ιδιαίτερα εύστοχο απόσπασμα από το βιβλίο του Γ. Καραμπελιά, «Τα μονοπάτια της Ουτοπίας«, όταν τότε (το 1995) η ψωροκώσταινα ετοιμαζόταν να ζήσει το καταναλωτικό – χρηματιστηριακό μεσοαστικό της όνειρο μέσω του ελαύνοντος Σημίτη και τέτοια ζητήματα δεν την πολυ-απασχολούσαν:

Εμφύλιος Πόλεμος

 

[…] Η κοινωνική αποσύνθεση, η ανεργία, η έκλειψη των μεγάλων κινημάτων κοινωνικής αλλαγής, εκτρέπουν τις κοινωνικές συγκρούσεις προς την εγκληματικότητα και τον πόλεμο των συμμοριών. Ένας αληθινός κοινωνικός πόλεμος διεξάγεται καθημερινά στις συνοικίες των μεγαλουπόλεων. Στις ΗΠΑ το κόστος της εγκληματικότητας ξεπερνάει τα 350 δισεκατομμύρια δολάρια το χρόνο, στην Αγγλία ο αριθμός των κάθε είδους αδικημάτων ξεπέρασε τα 5 εκατομμύρια τον χρόνο1, ενώ βέβαια στις μητροπόλεις του Τρίτου Κόσμου οι συνθήκες έχουν φτάσει στο απροχώρητο. Για παράδειγμα, σε ένα μόνο τετραήμερο, από την Παρασκευή 5 Μαΐου μέχρι τη Δευτέρα 8 Μαΐου 1995, δολοφονήθηκαν 67 άνθρωποι στο Ρίο ντε Τζανέϊρο. Και η κυβέρνηση έστειλε το στρατό στις favelas, τις φτωχογειτονιές που περιστοιχίζουν το Ρίο, για να αποκαταστήσει την τάξη, σε δύο στρατιωτικές επιχειρήσεις που ονομάστηκαν Ρίο 1 και Ρίο 2 (στη δεύτερη σκοτώθηκαν 14 άνθρωποι). Την ίδια στιγμή οι πωλήσεις κοκαΐνης ξεπερνούν τους δύο τόννους το μήνα και οι μεσαίες και ανώτερες τάξεις ζουν σε κτιριακά συγκροτήματα περιφραγμένα και φρουρούμενα από ιδιωτικούς αστυνομικούς με αυτόματα και πολυβόλα, δεδομένου ότι οι συμμορίες διαθέτουν πλέον ακόμα και μπαζούκας για τις επιχειρήσεις τους2. Η Τζαμάικα, πατρίδα της ρέγγε, κατέχει και το παγκόσμιο ρεκόρ δολοφονιών ανά κάτοικο σε επίπεδο χώρας (29,3 ανά 100.000 κατοίκους)3. Για να μη μιλήσουμε για την ανερχόμενη εγκληματικότητα στην Κίνα ή τη Μόσχα-«Σικάγο» (όπου οι φόνοι ξεπερνούν τους 100 ανά 100.000 κατοίκους, και αναδεικνύουν τη Μόσχα ήδη στην δεύτερη πόλη σε ποσοστό δολοφονιών σε παγκόσμια κλίμακα, μετά το Γιοχάννεσμπουργκ). Στο Γιοχάννεσμπουργκ, μετά το τέλος του Απαρτχάιντ και την άνοδο του Μαντέλα, οι πολιτικές δολοφονίες μειώθηκαν, αλλά παρόλα αυτά οι φόνοι ξεπερνούν τη Μόσχα, την Ουάσινγκτον (την πόλη των ΗΠΑ με το υψηλότερο ποσοστό) και το Ρίο ντε Τζανέιρο, με έναν αριθμό 120 φόνων ανά 100.000 κατοίκους (στο Τόκιο μόλις γύρω στους 2-3).

Μόνο που αυτοί οι φόνοι δεν έχουν πλέον άμεσα πολιτικό χαρακτήρα και όπως τονίζει ο Economist οδηγούν σε μια «φεουδαλική αρχιτεκτονική«, με τάφρους, ηλεκτροφόρα καλώδια, κ.λπ., ενώ το κόστος της κατασκευής τειχών και τάφρων πέρασε από 90 εκατομμύρια ραντ το 1986 σε 160 το 1990 και σε 350 εκατομμύρια το 19954.

Η εγκληματικότητα με τους πολέμους των ναρκωτικών και την γενίκευση της χρήσης όπλων, τουλάχιστον σε όλη την Αμερική, Βόρεια και Νότια, μεταβάλλεται σε κεντρικό κοινωνικο-πολιτικό ζήτημα του καπιταλιστικού κόσμου, και επιβεβαιώνει το γεγονός ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν να επιβιώσουν σε έναν κόσμο όπου η καπιταλιστική ανάπτυξη και το εμπόρευμα αποσυνθέτει την κοινωνική συνοχή. Ήδη, όπως είδαμε με τα στοιχεία για το Ρίο ή την Τζαμάικα, οι συνέπειες της κοινωνικά αποσυνθετικής δράσης του καπιταλισμού και του εμπορεύματος δεν περιορίζονται στις δυτικές χώρες και μόνον, αλλά επεκτείνονται και στον Τρίτο Κόσμο, οπού τα επόμενα χρονιά μπορεί να ξεφύγουν από κάθε έλεγχο και δυνατότητα ελέγχου. […] Τα κοινωνικά όρια του δυτικού παραδείγματος είναι εξίσου τουλάχιστον- πιεστικά με τα οικολογικά και τα οικονομικoτεχνολογικά και επιβαρύνουν διαρκώς το κόστος της κοινωνικής αναπαραγωγής. Και προφανώς δεν υπάρχει καμία διέξοδος αν συνεχιστεί η σημερινή πορεία. Σε μερικά χρόνια όχι μόνο θα έχει γενικευτεί ο «εμφύλιος πόλεμος» στις μητροπόλεις, αλλά και θα έχουν πολλαπλασιαστεί οι συγκρούσεις μεταξύ εθνών, μειονοτήτων και θρησκευτικών ομάδων σε τέτοια κλίμακα ώστε ο κόσμος θα περάσει σε μια νέα «φεουδαρχία«, όπως την χαρακτηρίζει ο Αλλαίν Μινκ5, όπου κάθε ομάδα, υποομάδα, εθνότητα, ή απλώς συμμορία, θα διεκδικεί το δικό της «έδαφος» σε έναν αποεδαφικοποιημένο κόσμο. Ο Εντσενσμπέργκερ (Hans Magnus Enzensberger) θα γράψει στο τελευταίο του βιβλίο, Εμφύλιος Πόλεμος: «Παρατηρούμε έναν παγκόσμιο χάρτη. Εντοπίζουμε τους πολέμους σε απομακρυσμένες περιοχές, ιδιαίτερα στον Τρίτο Κόσμο. Μιλάμε για υπανάπτυξη, διαφοροποιήσεις στην πολιτιστική ωρίμανση, φουνταμενταλισμό. Λέμε στον εαυτό μας ότι αυτή η ακατανόητη σύγκρουση συμβαίνει πολύ μακρυά από εμάς. Κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας όταν σκεφτόμαστε ότι είμαστε εν ειρήνη απλώς γιατί μπορούμε ακόμα να αγοράσουμε το ψωμί μας από τον φούρνο χωρίς να χτυπηθούμε από κάποιον ελεύθερο σκοπευτή. Η πραγματικότητα όμως είναι πως ο εμφύλιος πόλεμος έχει ήδη μεταφερθεί στις μητροπόλεις. Οι μετασχηματισμοί είναι μέρος της καθημερινής μας ζωής στις πόλεις μας, όχι μόνο στη Λίμα και το Γιοχάννεσμπουργκ, τη Βομβάη και το Ρίο, αλλά στο Παρίσι και το Βερολίνο, στο Ντητρόϊτ και το Μπίρμινχαμ, στο Μιλάνο και το Αμβούργο. Οι μαχητές δεν είναι πλέον μόνον τρομοκράτες και μυστικοί πράκτορες, Μαφιόζοι και σκίνχεντς, έμποροι ναρκωτικών και ομάδες θανάτου, νεοναζί και καουμπόηδες των ιδιωτικών αστυνομιών. Ακόμα και κανονικοί πολίτες μεταβάλλονται τη νύχτα σε χούλιγκανς, άρπαγες, καταστροφείς και σήριαλ κίλερς. Και όπως συμβαίνει με τους αφρικανικούς πολέμους οι μαχητές γίνονται όλο και πιο νέοι μέρα με την ημέρα.

Ο εμφύλιος πόλεμος δεν είναι κάτι που εισαγάγαμε από το εξωτερικό. Δεν είναι κάποιος ιός τον οποίο αφήσαμε να μας μολύνει. Έρχεται από τα μέσα. Και πάντα αρχίζει με κάποια μειονότητα: αρκεί πιθανώς ένας στους εκατό να το θέλει για να κάνει αδύνατη την ειρηνική συμβίωση. Στις βιομηχανικές χώρες η συντριπτική πλειοψηφία θέλει ακόμα την ειρήνη. Οι εμφύλιοι πόλεμοι δεν προσέβαλαν ακόμα τη μάζα του πληθυσμού, είναι ακόμα μοριακοί. Αλλά, όπως δείχνουν τα γεγονότα του Λος Άντζελες, μπορούν να κλιμακωθούν οποιαδήποτε στιγμή σε διαστάσεις επιδημίας»6.

Αυτή η φεουδαλοποίηση των δυτικών κοινωνιών είναι ήδη τόσο προχωρημένη ώστε υπολογίζεται πως στην ΗΠΑ ήδη 33 εκατομμύρια Αμερικανοί ζουν στις περιβόητες CID (Common Interest Developments -«Εγκαταστάσεις Κοινού Συμφέροντος»). Στις CID απαγορεύεται η είσοδος σε όσους δεν είναι μόνιμοι κάτοικοι ή δεν μπορούν να αποδείξουν πως τις επισκέπτονται ως προσκεκλημένοι κάποιου ιδιοκτήτη-κατοίκου των CID. Έχουν ήδη δημιουργήσει δική τους νομοθεσία και υπηρεσίες και μπορεί κανείς να τις κατοικήσει μόνο εάν ανταποκρίνεται σε ορισμένες προϋποθέσεις και δέχεται τους κανονισμούς λειτουργίας τους. Σύμφωνα με τον αρχιτέκτονα Ήβαν Μακ Κένζυ, «πρόκειται για τη μεγαλύτερη ιδιωτικοποίηση που έγινε ποτέ στις δημόσιες υπηρεσίες» για «έναν αληθινό κίνδυνο για την δημοκρατία»7. Το φαινόμενο, που έχει κιόλας μετασχηματίσει και την πολεοδομία και το νομικό σύστημα (σύμφωνα με έναν ειδικευμένο δικηγόρο «η τοπική «νομοθεσία» των CID, διαθέτει ήδη το ίδιο βάρος με τη δημόσια»), επεκτείνεται με τεράστια ταχύτητα. Οι πρώτες CID εμφανίστηκαν στη δεκαετία του 1960. Το 1970 υπήρχαν 10.000, το 1980 50.000 και το 1995 έφθασαν τις 150.000. Και για να μην υπάρχει καμία αμφιβολία οι πιο μεγάλες CID, όπως εκείνη του Villages στο Σαν Χοσέ της Καλιφόρνια, έχουν φυλάκια στις εισόδους, «συνοριακό» σύστημα ελέγχου, φύλακες και για άτομα άνω των 55 ετών. Η αστυνόμευση και όλες οι υπηρεσίες ανήκουν στη δικαιοδοσία των CID. Ο όρος «φεουδαλοποίηση» έχει μάλλον πάψει να είναι σχήμα λόγου8! Άλλωστε και στην Ελλάδα ο νόμος για την ιδιωτική πολεοδόμηση ανοίγει το δρόμο για μια παρόμοια εξέλιξη, ενώ ο αποκλεισμός των ακτών από τους συνασπισμένους ιδιοκτήτες πολυτελών κατοικιών, συνιστά μια ποιοτικά ταυτόσημη μορφή. Όσο λοιπόν ο καπιταλισμός θα καταστρέφει τις συγκροτημένες εθνικές, περιφερειακές, φυλετικές, οικογενειακές και συναισθηματικές ταυτότητες, τόσο περισσότερο θα συναντάει νέου τύπου «αντιπάλους» και προβλήματα […]

 

Γ. Καραμπελιάς, Απόσπασμα από τα Μονοπάτια της Ουτοπίας, Εκδόσεις Λιβάνης, Αθήνα 1995.

 

Σημειώσεις

1. Ελευθεροτυπία, 16 Ιουλίου 1995.

2. Le Monde, 11 Μαΐου 1995.

3. Le Monde 21 Μαρτίου 1995.

4. Economist, 15-21 Ιουλίου 1995, σελ.32.

5. Allain Mine, Le nouveau feodalisme, Gallimard, Παρίσι 1993.

6. H.M. Enzensberger, Civil War, Granta Books-Penguin, Λονδίνο 1994, ελληνική έκδοση, «Οδυσσέας«

7. Evan McKenzie,Privatopia, Yale University Press, 1994.

8. Βλέπε   Allain   Maillard,   «Cites   privées   pour   riches   conformistes»,L’ Hebdo, Λωζάννη, 1995.