Posts Tagged ‘Εναλλακτικές Εκδόσεις’

Με αφορμή ένα άρθρο

Νοέμβριος 3, 2010

Διάβασα το πιο πρόσφατο από τα (πάντα ενδιαφέροντα) άρθρα του Σκατζόχοιρου – κλικ εδώ: «Πέντε σημεία γιὰ τὸν ἀντικαπιταλισμὸ στὴν ἐποχὴ τῆς κατάρρευσης τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας« – και είπα να παραθέσω τρία ενδεικτικά (και προκλητικά) αποσπάσματα από το δοκίμιο για το φιλελεύθερο πολιτισμό του Ζαν Κλώντ Μισεά, «Η αυτοκρατορία του μικρότερου κακού» (εκδ. Πόλις, σε μετάφραση του αείμνηστου Άγγελου Ελεφάντη, ο οποίος δυστυχώς δεν πρόλαβε να το δει τυπωμένο). Στο βιβλίο αυτό, όπως και στο έτερο, «Το αδιέξοδο Άνταμ Σμιθ» (Εναλλακτικές Εκδόσεις, σε μετάφραση Χριστίνας Σταματοπούλου), ο Μισεά προβαίνει σε μια καταιγιστική κριτική της ιστορίας του φιλελευθερισμού καταλήγοντας στην προκλητική διαπίστωση ότι ο πολιτικός φιλελευθερισμός (η φιλελεύθερη δημοκρατία) και ο οικονομικός φιλελευθερισμός (η ρύθμιση μέσω της αγοράς) έχουν κοινή πηγή και είναι αδύνατον να διαχωριστούν εντελώς ο ένας από τον άλλο. Στο σημείο ακριβώς αυτό εδράζει και την αυστηρή κριτική που ασκεί στη σύγχρονη (από το ’68 και ιδιαίτερα το ’90 και μετά) δυτική Αριστερά και Άκρα Αριστερά, η οποία δείχνει να αποδέχεται αυτόν το διαχωρισμό σε αντίθεση με τα πρώιμα σοσιαλιστικά και αναρχικά ρεύματα αλλά και με την ίδια την αριστερή παράδοση του 20ου αιώνα, τουλάχιστον για όσο αυτή ήταν άμεσα συνδεδεμένη με την εργατική τάξη και τα πληβειακά στρώματα του πληθυσμού. Και τα δύο βιβλία αυτά του Μισεά, όπως και το πρώτο του που εκδόθηκε στην Ελλάδα «Η εκπαίδευση της αμάθειας» (εκδ. Βιβλιόραμα, σε μετάφραση Άγγελου Ελεφάντη), προχωράνε πολύ πέρα από την τετριμμένη αριστερή (και εν πολλοίς οικονομίστικη και συνδικαλιστική) κριτική του νεο-φιλελευθερισμού που ανθεί στη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας προσπαθώντας να εντοπίσουν το «κακό» στην ίδια του τη ρίζα και νομίζω ότι θα ήταν χρήσιμο αν διαβάζονταν από όλους εκείνους τους αριστερούς, που με αφορμή την κρίση της χώρας και την αδυναμία της Αριστεράς να απαντήσει σε αυτή, έχουν μπει σε φάση ουσιαστικής κριτικής και αυτοκριτικής. Να σημειώσω επίσης ότι η ανακάλυψη και παρουσίαση του έργου του Μισεά στο ελληνικό κοινό από τον Α. Ελεφάντη (με τη μετάφραση και επιμέλεια του «Η εκπαίδευση της αμάθειας«), παρ’ όλο που ο ίδιος ήταν σαρξ εκ της σαρκός της υπό κριτικήν Αριστεράς, αποδεικνύει και το μέγεθος της διαφοράς μεταξύ αυτού και των κατ’ όνομα επιγόνων και θαυμαστών του…

Και τ’ αποσπάσματα:

[…]Υποστηρίζω, λοιπόν, ότι το ιστορικό κίνημα που μετασχηματίζει σε βάθος τις νεωτερικές κοινωνίες πρέπει βασικά να κατανοηθεί ως η λογική τελείωση (ή η αλήθεια) του φιλελεύθερου φιλοσοφικού προτάγματος, όπως αυτό έχει οριστεί προοδευτικά από τον 17ο αιώνα και, ιδιαίτερα, από την εποχή της φιλοσοφίας του Διαφωτισμού. Είναι, δηλαδή, σαν να λέμε ότι ο άψυχος κόσμος του σύγχρονου καπιταλισμού αποτελεί τη μόνη ιστορική μορφή με την οποία μπορούσε να πραγματωθεί η εν λόγω αρχική φιλελεύθερη θεωρία. Με άλλα λόγια, πρόκειται για τον πραγματικά υπαρκτό φιλελευθερισμό. Και αυτό, όπως θα δούμε, τόσο στην οικονομολογική του εκδοχή (που παραδοσιακά έχει την προτίμηση της «Δεξιάς»), όσο και στην πολιτική και πολιτιστική εκδοχή του (της οποίας η υπεράσπιση έγινε ειδικότητα της σύγχρονης «Αριστεράς» και, κυρίως, της «άκρας Αριστεράς», αυτής της πιο δραστήριας αιχμής του μοντέρνου Θεάματος).[…] (σελ. 14)

[…]Αλλά το να μιλάμε για «φιλελεύθερη λογική» προϋποθέτει επίσης ότι […] είναι δυνατό να πραγματευτούμε τον φιλελευθερισμό ως ένα ρεύμα του οποίου οι αρχές όχι μόνον μπορούν αλλά, εντέλει, πρέπει να ενοποιηθούν φιλοσσοφικά. […] Γιατί, αν όντως είναι έτσι, τότε καθίσταται πολύ πιο δύσκολη η συνήθης επεξεργασία εκείνων που, κατ’ εικόνα και ομοίωση ενός μεγάλου μέρους της σύγχρονης Αριστεράς και της άκρας Αριστεράς, επιχειρούν να αντιπαραθέσουν ριζικά τον πολιτικό και πολιτιστικό φιλελευθερισμό (οριζόμενο ως ατελεύτητη ανάπτυξη των δικαιωμάτων και διαρκή φιλελευθεροποίηση των ηθών) προς τον οικονομικό φιλελευθερισμό. […] (σελ. 15-16)

Από εδώ προκύπτουν οι ψυχολογικές αντιφάσεις, προφανώς άλυτες, όλων εκείνων που […] υπομένουν τον θρίαμβο της εμπορευματικής κοινωνίας, ενώ παραμένουν βαθύτατα ξένοι προς το πνεύμα της. […] Προφανώς, μια πολύ πιο απλή λύση είναι να υιοθετήσει κανείς τη σχιζοφρενική συμπεριφορά των οπαδών της παραδοσιακής Δεξιάς οι οποίοι, σύμφωνα με τα λόγια του Αμερικανού κριτικού Ράσελ Τζάκομπυ (Russell Jacoby), «σέβονται την Αγορά, ενώ αναθεματίζουν την κουλτούρα που τη γεννά» (της παραδοσιακής Δεξιάς το ακριβές ιδεολογικό αντίστοιχο είναι αυτή η σύγχρονη Αριστερά, που ενώ βεβαιώνει ότι αντιμάχεται τη λογική της Αγοράς – ολοένα και λιγότερο, είναι αλήθεια – προσκυνά με ενθουσιασμό την κουλτούρα που τη γεννά). Ο καθένας γνωρίζει, εδώ και δεκαετίες, τις πολιτικές συνέπειες αυτής της υπονομευμένης αλτερνατίβας, και το συμφέρον που υπάρχει από τη σκοπιά του καπιταλιστικού συστήματος να την εμφανίζει ως «αξεπέραστη» και αναγκαία για τη «διαύγεια του δημοκρατικού διαλόγου». (σελ. 221-222)

Advertisements

Ο «Στάθης», το μεταναστευτικό και η αριστερά της καριέρας και της προόδου

Ιανουαρίου 15, 2010

Διάβασα σήμερα στην «Ελευθεροτυπία» ένα άρθρο-παρέμβαση του «Στάθη» για τη συζήτηση περί ιθαγένειας των μεταναστών, το οποίο με βρίσκει στη γενική του αντίληψη εν πολλοίς σύμφωνο (παρ’ ότι αποφεύγει κάποια ακανθώδη ζητήματα). Στάθηκα, όμως, σε ένα σημείο, το ίδιο που εκνευρίζει και μένα στην όλη δημόσια συζήτηση για το μεταναστευτικό:

[…] 
Αυτοί που υψώνουν στους Ελληνες το δάχτυλο και τους μαλώνουν (συχνά τους βρίζουν) για ξενοφοβία και ρατσισμό, προσφέρουν πολύ κακή υπηρεσία στους μετανάστες – εκτρέφουν το μίσος. Και την αμάθεια. Με καλύτερη σύμμαχό της την (αμφίπλευρη) υστερία.
[…]
Αυτά τα κομπλεξικά, τα μισερά και (άλλωστε) ψευδή ότι οι Ελληνες είναι (από χέρι) ρατσιστές, δεν προσφέρουν παρά περισσότερη πόλωση, περισσότερο μίσος. Οπως και περισσότερη βλακεία (χρήσιμη στον φόβο) προσφέρει από την άλλη μεριά και η «παιδαγωγική αλήθεια» των πολιτικώς ορθών. […]

Φυσικά, αναφέρεται στους γνωστούς τιμητές (αριστερούς, προοδευτικούς ή ελευθεριακούς, κατά δήλωσιν) που αρθρογραφούν κατά ριπάς στον Τύπο ή ξεσαλώνουν στα κανάλια και τα ραδιόφωνα ή το Διαδίκτυο το τελευταίο διάστημα χρησιμοποιώντας την ίδια, αντεστραμμένη, Καρατζαφέρεια λογική του τσουβαλιάσματος του συνόλου του ελληνικού λαού στο σακί του ρατσισμού. Θυμήθηκα, έτσι και παραθέτω ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Ζαν Κλώντ Μισεά, με τίτλο «Το Αδιέξοδο Άνταμ Σμιθ: Οι εκλεκτικές συγγένειες Αριστεράς και Φιλελευθερισμού«, το οποίο εκδόθηκε από τις Εναλλακτικές Εκδόσεις το 2008. Στο απόσπασμα, το οποίο και παραθέτω, ο Μισεά αναφέρεται στην πεποίθηση του σύγχρονου – μεταμοντέρνου, θα έλεγα – αριστερού διανοούμενου, ότι είναι ο άνθρωπος που οφείλει (κυρίως μέσα από τις πάντα φιλόξενες στήλες της «Ελευθεροτυπίας» και του «Βήματος», στα καθ’ ημάς…) να σπάσει τα «μεσαιωνικά σκοτάδια» και τις «προκαταλήψεις» αυτού του «γελοίου συνοθυλεύματος στενοκέφαλων μικροαστών και αποβλακωμένων τηλεθεατών» ,των λαϊκών τάξεων δηλαδή:

[…] Αυτοί οι αγώνες [σ.τ.Εξ.: εννοεί τους αγώνες κατά τον 19ο και τις αρχές του 20ου αιώνα, ανάλογα με την περιοχή, ενάντια στις διάφορες δυνάμεις του Παλαιού Καθεστώτος (π.χ. Εκκλησία, μεγάλη γαιοκτησία) και στις προκαταλήψεις πάνω στις οποίες στήριζαν την κυριαρχία τους] που επεδίωκαν να ανοίξουν στο ανθρώπινο γένος όλους τους δρόμους, φραγμένους μέχρι τότε από παράλογες ή απάνθρωπες προκαταλήψεις, απαιτούσαν, στην εποχή τους, μεγάλο σθένος, πνευματικό, αλλά πολύ συχνά, και σωματικό. Ωστόσο, από τη στιγμή που ολοκληρώθηκε αυτή η ιστορική απστολή (τι επιβιώνει σήμερα από τις δομές του Παλαιού Καθεστώτος, στην εποχή του Big Brother και της Gay Pride; ), η εμμονή της Αριστεράς στην ίδια, απαράλλαχτη στάση αποκτά, προοφανώς, μια πολύ διαφορετική σημασία. Οι παλιοί διανοούμενοι της Αριστεράς, από τον Ουγκώ ως τον Ζολά, είχαν ανοίξει αυτούς τους δρόμους με τίμημα μια πραγματική προσπάθεια, και διακινδυνεύοντας τα πάντα. Σήμερα, αντίθετα, ο σύγχρονος διανοούμενος της αριστεράς, που περιφέρεται με την εξωφρενική αλαζονεία του μποέμ αστού, δεν κάνει τίποτε άλλο από το να παραβιάζει θύρες ανοιχτές ήδη από τους προγενέστερούς του και να διασκεδάζει την ευνόητη πλήξη του επινοώντας, για κάθε περίπτωση, φανταστικούς κινδύνους, όπως κάνουν, άλλωστε, όλα τα παιδιά στον κόσμο. Και όλα αυτά, φυσικά, με το αζημίωτο (γιατί, βέβαια, διατηρεί και κάποια αίσθηση της πραγματικότητας), επιδιώκοντας, δηλαδή, και το μεγαλύτερο δυνατό όφελος για τη μηντιακή καριέρα του. […]

«Πόλεμος στον Παράδεισο»: Ιστορία για ένα δάσκαλο

Οκτώβριος 11, 2009
Montemagior

Κυκλοφόρησε από τις «Εναλλακτικές Εκδόσεις» το μυθιστόρημα του Kάρλος Μοντεμαγιόρ, «Πόλεμος στον Παράδεισο» .
Τη μετάφραση την υπογράφει ο Δημήτρης Κουφοντίνας από τις φυλακές Κορυδαλλού.
Ο Κάρλος Μοντεμαγιόρ είναι Μεξικανός συγγραφέας, ποιητής, δοκιμιογράφος, κριτικός και ασχολείται ιδιαίτερα με τη διάσωση και προώθηση των γλωσσικών ιδιωμάτων των ιθαγενών του Μεξικού.
Όπως διαβάζουμε για το βιβλίο από ενημερωτικό σημείωμα των «Εναλλακτικών Εκδόσεων»:

Το κεντρικό πρόσωπο αυτού του βιβλίου, ο Λούσιο, ήταν δάσκαλος. Όπως και ο Χενάρο Βάσκες που βγήκε αντάρτης πριν από αυτόν. Όπως τόσοι δάσκαλοι, από τον Μοντάνιο, τον σύντροφο του Εμιλιάνο Ζαπάτα, μέχρι τους δασκάλους της πρόσφατης εξέγερσης στην Οαχάκα. Όπως τόσοι και τόσοι στην ιστορία του Μεξικού, στην ιστορία των αγροτικών και λαϊκών αγώνων, των επαναστατικών στρατών, παντού στον κόσμο. Που έκφρασαν τις ανάγκες και τους πόθους της αγροτιάς, που την μπόλιασαν με τις σοσιαλιστικές ιδέες. [Και στα δικά μας χώματα, ίσως ένας Έλληνας ιστορικός κάποτε ασχοληθεί με τους δασκάλους του παράνομου ΚΚΕ ή τους καπετάνιους δάσκαλους του ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ].

Ο Λούσιο Καμπάνιας Μπαριέντος γεννήθηκε στις 15.2.1936 στο Ελ Πορβενίρ και έπεσε στη μάχη 37 χρονών, στα ίδια βουνά όπου πολέμησε ο παππούς του, αντάρτης καπετάνιος του Ζαπάτα. Στα ίδια βουνά όπου δολοφονήθηκε από ανθρώπους των γαιοκτημόνων ο πατέρας του, επειδή υπεράσπιζε το δίκιο των αγροτών.

Οι νέες πόλεις της Οικοτοπίας

Οκτώβριος 17, 2008

«…Σαν Φρανσίσκο, 7 Μαΐου. Κάτω απ’ το νέο καθεστώς οι πόλεις της Οικοτοπίας κατακερματίστηκαν ως ένα σημείο στις λεγόμενες «γειτονιές» ή κοινότητες, οι οποίες όμως με κανέναν τρόπο δεν ανταποκρίνονται απόλυτα στο ιδανικό που επιδιώκεται μακροπρόθεσμα, στα πλαίσια του οικοτοπιανού μοντέλου ζωής. Είχα πριν από λίγο την ευκαιρία να επισκεφτώ μια από τις χαρακτηριστικές νέες κωμοπόλεις, που έχουν αρχίσει να δημιουργούνται παντού και που αποκρυσταλλώνουν με ακραίο τρόπο την αντίληψη που έχει αυτή η αποκεντρωμένη κοινωνία για την πόλη. Λέγεται Αλβίζο και ήταν κάποτε ένα ξεχασμένο χωριουδάκι στο νότιο άκρο του Κόλπου του Σαν Φρανσίσκο. Φτάνει κανείς εκεί με το τοπικό τρένο και αποβιβάζεται στο ισόγειο ενός μεγάλου κτηριακού συγκροτήματος, του οποίου το κεντρικό κτήριο, όπως αποδείχτηκε, δεν είναι, για παράδειγμα, το δημαρχείο ή το δικαστήριο, αλλά ένα εργοστάσιο. Παράγει ηλεκτρικά οχήματα –δεν θα μπορούσε κανείς με τα δικά μας μέτρα να τα ονομάσει αυτοκίνητα ή φορτηγά–, τα οποία χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά ανθρώπων και εμπορευμάτων στην πόλη και στην ύπαιθρο. (Αμέσως μετά την ανεξαρτησία απαγορεύτηκε η χρήση ιδιωτικών αυτοκινήτων μέσα στις «απαλλαγμένες από αυτοκίνητα» ζώνες. Αυτές οι ζώνες απλώνονταν στην αρχή μόνο στο εσωτερικό των πόλεων, όπου η μόλυνση του περιβάλλοντος και η υπερσυγκέντρωση του πληθυσμού είχαν πάρει τις πιο ανησυχητικές διαστάσεις. Όταν τελείωσε η κατασκευή των δικτύων των μικρών λεωφορείων, οι ζώνες επεκτάθηκαν, και σήμερα περιλαμβάνουν όλες τις πυκνοκατοικημένες περιοχές των πόλεων).

Γύρω από το εργοστάσιο, εκεί όπου σε μας θα υπήρχε ένας τεράστιος χώρος στάθμευσης, στο Αλβίζο υπάρχει μια σειρά από πυκνοδομημένα κτήρια με δέντρα στους ενδιάμεσους χώρους. Υπάρχουν εκεί ρεστοράν, ένα βιβλιοπωλείο, αρτοποιεία, ένα «μαγαζί για τις βασικές ανάγκες» σε τρόφιμα και ρουχισμό, μικρά καταστήματα, ακόμα και εργοστάσια και επιχειρήσεις – σε μια πολύχρωμη εναλλαγή με κατοικίες, που γενικά έχουν μόνο τρεις ως τέσσερις ορόφους και περικλείουν μια εσωτερική αυλή, όπως τη γνωρίζουμε από το παλιό Παρίσι. Τα κτήρια είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου κατασκευασμένα από ξύλο, το οποίο έγινε το κυρίαρχο υλικό των κατασκευών στην Οικοτοπία, μετά από το πρόγραμμα αποκατάστασης των δασών, και έχουν μεν μια παλιομοδίτικη όψη, διαθέτουν όμως όμορφα μικρά μπαλκόνια, κήπους στη σκεπή και βεράντες με φυτά ή και μικρά δέντρα. Τα ίδια τα διαμερίσματα είναι, για τα δικά μας μέτρα, πολύ μεγάλα – τα κοινόβια, για τα οποία έχουν κατασκευαστεί, έχουν δέκα ως δεκαπέντε δωμάτια στη διάθεσή τους.

Οι δρόμοι του Αλβίζο έχουν ονόματα κι όχι νούμερα, και είναι σχεδόν το ίδιο στενοί και μπερδεμένοι όπως στις μεσαιωνικές πόλεις –καθόλου εύκολο για έναν ξένο να προσανατολιστεί εδώ. Δεν χωρούν ούτε καν δύο αυτοκίνητα πλάι πλάι– αλλά φυσικά δεν υπάρχουν αυτοκίνητα, γι’ αυτό δεν δημιουργείται και ανάλογο πρόβλημα. Δίπλα από τους πεζούς και τους ποδηλάτες περνά αραιά και πού κάποιο μεταφορικό όχημα που κουβαλάει ένα έπιπλο ή κάποιο άλλο μεγάλο αντικείμενο· πάντως τα ψώνια τους οι Οικοτοπιανοί τα μεταφέρουν με δικτυωτές τσάντες ή μέσα στα καλάθια των ποδηλάτων τους. Τα είδη των καταστημάτων μεταφέρονται, όπως τα περισσότερα εμπορεύματα, σε κοντέινερ που είναι πολύ μικρότερα από τα δικά μας, προσαρμοσμένα στις δυνατότητες των οικοτοπιανών οχημάτων και των ηλεκτρικών φορτηγών. Τα γεωργικά προϊόντα, για παράδειγμα, φορτώνονται σε τέτοια κοντέινερ, είτε στα ίδια τα αγροκτήματα, είτε στον σταθμό διανομής, στην περιφέρεια κάθε κωμόπολης. Ο σταθμός διανομής συνδέεται με όλα τα μαγαζιά και τα εργοστάσια της κωμόπολης μέσω ενός υπόγειου συστήματος ιμάντων μεταβίβασης που καταλήγουν σε μια πλατφόρμα, όπου ξεφορτώνονται τα κοντέινερ.

Πιθανόν η ιδέα αυτή να βασίζεται στις δικές μας υπεραυτοματοποιημένες αποθήκες, όμως εδώ η διαδικασία είναι ακριβώς αντίστροφη. Φαίνεται να λειτουργεί πολύ καλά, αν και θα πρέπει να δημιουργείται ένα φοβερό χάος σε περίπτωση «μποτιλιαρίσματος» σε κάποιο σημείο.

Οδηγοί μου σ’ αυτή την «εξερεύνηση» ήταν δύο νέοι φοιτητές που είχαν κάνει έναν χρόνο μαθητεία στο εργοστάσιο. Με γέμισαν πληροφορίες και παρατηρήσεις. Απ’ ό,τι φαίνεται, ολόκληρος ο πληθυσμός του Αλβίζο, περίπου εννιά χιλιάδες άνθρωποι, ζει σε μια ακτίνα οκτακοσίων μέτρων από τον σταθμό του τρένου. Αλλά ακόμα και με τόσο μεγάλη πυκνότητα κατοίκων, μένει αρκετός χώρος για έναν μεγάλο αριθμό από μικρούς χώρους πρασίνου –μερικές φορές πρόκειται απλώς για σημεία όπου πλαταίνει ο δρόμος, άλλες φορές για ολόκληρους κήπους. Και παντού δέντρα – σπάνια βλέπει κανείς ένα κάπως μεγάλο κομμάτι λιθόστρωτου δρόμου να είναι γυμνό στον ήλιο. Στην άκρη της πόλης βρίσκονται τα σχολεία και τα διάφορα κέντρα ψυχαγωγίας. Στα βορειοανατολικά της πόλης βρίσκονται οι βάλτοι και οι αλυκές του κόλπου. Με εκσκαφές έφτιαξαν ένα λιμάνι για μικρά πλοία, που καταλήγει σε ένα κανάλι μέσα απ’ το οποίο μπορούν τα φορτηγά πλοία να φτάσουν μέχρι την αποβάθρα του εργοστασίου. Οι οδηγοί μου ομολόγησαν, με κάποια δυσαρέσκεια, ότι υπάρχει ένα κάποιο εξαγωγικό εμπόριο ηλεκτρικών οχημάτων – οι Οικοτοπιανοί φέρνουν γι’ αυτόν τον σκοπό ακριβώς τόσο μέταλλο όσο χρειάζονται για τις εξαγόμενες ηλεκτρικές μηχανές και τα άλλα μεταλλικά εξαρτήματα.

Στην αποβάθρα τον εργοστασίου παιδιά κάθονται και ψαρεύουν, καθώς το νερό είναι καθαρό. Οι Οικοτοπιανοί αγαπούν το νερό, και στο λιμάνι είναι παραταγμένη μια υπέροχη συλλογή από πλοιάρια παραδοσιακής, αλλά και εντελώς ανορθόδοξης κατασκευής. Οι οδηγοί μού διηγήθηκαν με ενθουσιασμό ότι απ’ αυτό το λιμάνι διασχίζουν συχνά με ιστιοφόρο τον κόλπο, μέχρι το Δέλτα, μερικές φορές μάλιστα περνούν από το Γκόλτεν Γκέητ έξω στην ανοιχτή θάλασσα και συνεχίζουν κατά μήκος της ακτής μέχρι το Μοντερέυ. Το σκάφος τους είναι μεν κάπως χοντροκομμένο, αλλά πολύ όμορφο, και με περηφάνια προσφέρθηκαν να με πάρουν με την πρώτη ευκαιρία μαζί τους για μια βόλτα.

Ξεκινήσαμε για μια περιήγηση στο εργοστάσιο, η κατάσταση του οποίου προκαλεί σύγχυση. Όπως μου εξήγησαν εδώ, όπως και σε άλλες οικοτοπιανές παραγωγικές μονάδες, δεν ισχύει η αρχή τής σε σειρά παραγωγής, που, σύμφωνα με τη γενική αντίληψη, αποτελεί προϋπόθεση για μια πραγματικά αποτελεσματική μαζική παραγωγή. Συγκεκριμένοι τομείς είναι αυτοματοποιημένοι: η κατασκευή των ηλεκτρικών κινητήρων, των σασί και άλλων μεγάλων κομματιών. Το μοντάρισμα των επιμέρους κομματιών εκτελείται από ομάδες εργατών που συναρμολογούν κομμάτι κομμάτι τα υλικά που παίρνουν από μεγάλα δοχεία, τα οποία τροφοδοτούνται από τις αυτοματοποιημένες μηχανές. Η ατμόσφαιρα στο εργοστάσιο είναι, σε σύγκριση με τον φοβερό θόρυβο ενός εργοταξίου στο Ντιτρόιτ, ήσυχη και ευχάριστη. Επίσης, οι εργάτες δεν φαίνεται να υπόκεινται στην ίδια πίεση για απόδοση, όπως στο Ντιτρόιτ. Φυσικά, η εξαιρετικά απλοποιημένη κατασκευή των οικοτοπιανών οχημάτων διευκολύνει και τον σχεδιασμό και την εκτέλεση της παραγωγικής διαδικασίας – ναι, μια πλήρης αυτοματοποίηση θα ήταν εφικτή.

Επιπλέον, όπως μπόρεσα να διαπιστώσω, ένα μεγάλο μέρος της παραγωγής δεν αποτελείται από έτοιμα οχήματα, αλλά από εξαρτήματα. Σε συμφωνία με την αρχή τού «κάν’ το μόνος σου», που αποτελεί ένα τόσο σημαντικό στοιχείο της οικοτοπιανής ζωής, αυτό το εργοστάσιο παράγει βασικά μπροστινά, πίσω συστήματα και μπαταρίες. Ιδιώτες ή οργανώσεις συναρμολογούν μετά αυτά τα κομμάτια σύμφωνα με δικά τους σχέδια κατασκευής, προσθέτοντας τη δική τους καρότσα. Τα οχήματα έχουν, έτσι, συχνά μια τόσο παράξενη όψη, που τα μικρά λεωφορεία του Σαν Φρανσίσκο φαντάζουν δίπλα τους σχεδόν σαν κάτι το συνηθισμένο. Είδα, για παράδειγμα, ένα φορτηγό με μια καρότσα από επιπλέον ξύλο, η οποία ήταν διακοσμημένη με θαλασσινά κοχύλια· ανήκε σε μια κομμούνα ψαράδων στις ακτές…»

Η Οικοτοπία τον Ερνστ Κάλλενμπαχ αποτελεί, κατά μια έννοια, απάντηση στο 1984 το Τζ. Όργουελ. Η σύλληψη μιας αποκεντρωμένης οικολογικής ουτοπίας βρίσκεται στον αντίποδα της οργουελιανής μελλοντο­λογίας. Η Οικοτοπία τον Κάλλενμπαχ είναι η μυθιστορηματική υπενθύμιση ότι η πορεία τον κόσμου δεν είναι προδιαγεγραμμένη προς κάποια κατεύθυνση. Αν είναι πιθανή η πραγμάτωση του οργουελιανού μεγακράτους, που θα ασκεί έναν απόλυτο έλεγχο πάνω στην κοινωνία, το ίδιο πιθανή θα μπορούσε να είναι η εγκαθίδρυση ενός οικολογικού καθεστώτος αυτονο­μίας ακόμα και με τη μορφή του πειράματος, της «οι­κολογικής δημοκρατίας σε μία μόνο χώρα», που μας περιγράφει ο Κάλλενμπαχ.
Η οικολογική ουτοπία τοποθετείται στη μακρινή, «άγρια» αμερικάνικη Δύση, που ακόμα και σήμερα διατηρεί κάτι από τον εξωτισμό της. Οι τρεις δυτικότερες πολιτείες των ΗΠΑ κηρύσσουν την ανεξαρτησία τους σε μια στιγμή κρίσης στα 1980 και διαφοροποιούν την πορεία τους απ’ αυτή των υπολοίπων μοντέρνων βιομηχανικών πολιτειών. Διακόπτουν κάθε επαφή με τις ΗΠΑ και δημιουργούν μια νέα χώρα, την Οικοτο­πία. Στα 1999, δεκαεννιά χρόνια μετά την ανεξαρτη­τοποίηση, η κυβέρνηση των ΗΠΑ αποφασίζει να στείλει σε επίσημη δημοσιογραφική αποστολή έναν ρεπόρ­τερ στην Οικοτοπία, με απώτερο σκοπό την αναθέρ­μανση των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών. Ο ήρωας του Κάλλενμπαχ είναι ένας Αμερικανός που διακατέχεται από τις προκαταλήψεις των συμπατριω­τών του, αλλά και τη δημοσιογραφική του περιέργεια. Το ταξίδι στην Οικοτοπία θα του αποκαλύψει τον «κόσμο αλλιώς». Οι εντυπώσεις του Αμερικανού ρε­πόρτερ Ουέστον, όπως αυτές καταγράφονται στις ημε­ρολογιακές του σημειώσεις και τα άρθρα του, υποτίθε­ται ότι αποτελούν το υλικό του βιβλίου.

Το κείμενο του Κάλλενμπαχ δεν μας συναρπάζει τό­σο εξαιτίας της λογοτεχνικής του τελειότητας. Η αξία του βρίσκεται αλλού, στο γεγονός ότι στην πραγματι­κότητα συμπυκνώνει την πείρα, τις αξίες, τα νοήματα και τις σημασίες που έφεραν και φέρουν μια τουλά­χιστον πτέρυγα του παλιού εργατικού κινήματος και –κυρίως– τα νέα κοινωνικά κινήματα από τον Μάη του ’68 ως τις μέρες μας – με επίκεντρο το οικολογι­κό και το γυναικείο κίνημα. Αυτό είναι το στοιχείο που κάνει το βιβλίο τόσο ενδιαφέρον και το τοποθετεί έξω από τον χώρο της απλής επιστημονικής φαντα­σίας. Γιατί η φαντασία του Κάλλενμπαχ δεν είναι πρώτα και κύρια επιστημονική, αλλά πολιτική και κοινωνική. Η ουτοπία που σκαρώνει στις σελίδες του βι­βλίου του δεν είναι απλώς αυτή της οικολογικά προ­σαρμοσμένης, αλλά, πολύ περισσότερο, της δημοκρατι­κής-αυτόνομης κοινωνίας.

Από τον πρόλογο του μεταφραστή Κώστα Καβουλάκου στο βιβλίο (σσ. 7-8).

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Ερνστ Κάλλενμπαχ γεννήθηκε στα 1929 στην Πενσυλβάνια και ζει στο Μπέρκλεϋ της Καλιφόρνιας. Διευθύνει από το 1958 το περιοδικό Film Quarterly και έχει αρθρογραφήσει σε πολλά κινηματογραφικά περιοδικά. Δουλεύει ακόμα ως εκδότης στο University California Press. Η Οικοτοπία πουλήθηκε σε πάνω από 100.000 αντίτυπα ως βιβλίο τσέπης και μεταφράστηκε στα ισπανικά, ιταλικά, γαλλικά, ολλανδικά, ιαπωνικά κ.λπ. Άλλα του βιβλία: Our Modern Art: The movies (1955), Living Poor with Style (1972), Ecotopia Emerging (1981).

Η Οικοτοπία επανακυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 2008 από τις Εναλλακτικές Εκδόσεις, το παραπάνω εκτενές κομμάτι δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ρήξη (τ. 38, 5/7/08).