Posts Tagged ‘Κονδύλης’

Η θεωρία του αντάρτη: Σχόλια στον C.Scmitt, στον Π.Κονδύλη και στον R.Taber

Οκτώβριος 19, 2010

Αναδημοσιεύω ένα εκτενές, διαφωτιστικό κείμενο παρουσίασης και σχολιασμού τριών βιβλίων σχετικά με τη Θεωρία του Αντάρτη, που έγραψε κι ανάρτησε στο ιστολόγιό του ο αγαπητός Σπ. Κουτρούλης (http://koutroulis-spyros.blogspot.com/2010/10/taber.html). Αφορά στα βιβλία:

  • «Η θεωρία του Αντάρτη – Παρεμβολή στην έννοια του Πολιτικού», Εκδόσεις Πλέθρον 1990, του C. Schmitt, αυτού του αμφιλεγόμενου, τέως ναζιστή, Γερμανού φιλοσόφου και πολιτικού θεωρητικού που όμως επηρέασε δεκάδες αριστερούς διανοούμενους την μεταπολεμική περίοδο.
  • «Θεωρία του Πολέμου», Εκδόσεις Θεμέλιο 1998, του μεγάλου και πρόωρα χαμένου Έλληνα διανοητή, Παναγιώτη Κονδύλη.
  • «O πόλεμος του ψύλλου. Θεωρία και πρακτική του ανταρτοπολέμου», Εκδόσεις Κάλβος 1976, του R. Taber, αμερικανού δημοσιογράφου και αυτόπτη μάρτυρα της κουβανέζικης επανάστασης.

Να ομολογήσω ότι από τα τρία βιβλία που αναφέρει ο Σπ. Κουτρούλης έχω διαβάσει μόνο το βιβλίο του Κονδύλη, το οποίο και συστήνω ανεπιφύλακτα. Μου άνοιξε όμως η όρεξη και για τα δύο άλλα…

Ακολουθεί η αναδημοσίευση:

Α’

Η θεωρία του αντάρτη – του ανταρτοπολέμου- απασχόλησε σε, τρία διαφορετικά κείμενα, τον C.Schmitt ( Η θεωρία του Αντάρτη- παρεμβολή στην έννοια του Πολιτικού, Εκδόσεις Πλέθρον 1990, μετ. Σ.Χασιώτη, επιμέλεια Κ.Καλφόπουλος ), τον Π.Κονδύλη (Θεωρία του Πολέμου, Εκδόσεις Θεμέλιο 1998 ) και τον R.Taber ( O πόλεμος του ψύλλου. Θεωρία και πρακτική του ανταρτοπολέμου, Εκδόσεις Κάλβος 1976, μετ. Σ.Μάνδρος).

Το κείμενο του C. Schmitt διατυπώθηκε σε δύο διαλέξεις το 1962 στο Πανεπιστήμιο της Παμπλόνα. Το βιβλίο του R.Taber γράφτηκε το 1969, ενώ η Θεωρία του Πολέμου του Π.Κονδύλη κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στη Στουττγάρδη το 1988. Τα δύο πρώτα κείμενα απηχούν το πνεύμα των δεκαετιών 50- 60, όπου ο ανταρτοπόλεμος έδειχνε να είναι η ακαταμάχητη τακτική πολέμου για τα ασθενέστερα έθνη και τους αποικιοκρατούμενους λαούς, πράγμα που αναθεωρείται στο έργο του Π.Κονδύλη υπό το βάρος των εξελίξεων στην τεχνολογία και στην γεωγραφική συγκέντρωση του πληθυσμού. (more…)

Μίμοι και γελωτοποιοί

Απρίλιος 9, 2008

Για την αυριανή Λιακοαλαβάνεια σύναξη υποστήριξης του διαβόητου πονήματος της κυρίας Ρεπούση τα γράψαμε και τις προάλλες.
Όμως, η συνάντηση αυτή, μεταμοντέρνας ιστοριογραφίας και «ριζοσπαστικής αριστεράς των κινημάτων» (που θέλει να πλασσάρεται ως ο φυσικός συνεχιστής των κινημάτων της δεκαετίας του ’60 και του ’70), με έκανε να ανατρέξω και πάλι σε ένα διαυγέστατο, αν και τόσο πρώιμο (1991, όταν ο «μεταμοντερνισμός» στα Πανεπιστήμια δεν είχε συναντήσει ακόμη την απόλυτη ισχύ που γνώρισε από την διακυβέρνηση Σημίτη και μετά), απόσπασμα από την “εισαγωγή για την ελληνική έκδοση” του βιβλίου του Παναγιώτη ΚονδύληΗ παρακμή του Αστικού Πολιτισμού”, εκδ Θεμέλιο, 1991:

«…η χαλάρωση ή η διάλυση των εντόπιων ιδεολογημάτων, μαζί με τη διεθνή ρευστοποίηση των σαφών ψυχροπολεμικών ιδεολογικών ορίων, προκάλεσε […] και μια χαοτική ανάμιξη των πνευματικών προϊόντων που έρχονταν σε όλο και μεγαλύτερες μάζες απ’ έξω -σε ακριβή αντιστοιχία, άλλωστε, προς τη ραγδαία αύξηση της εισαγωγής υλικών καταναλωτικών αγαθών. Ο συνδυασμός των πάντων με τα πάντα […] καθώς και οι ηδονιστικές αξίες του αυθορμητισμού και της αυτοπραγμάτωσης, όπως τις διακήρυξε η πολιτισμική επανάσταση (σ.τ.ε., εννοεί τα αντιαλλοτριωτικά κηρύγματα των κινημάτων της Δύσης, που άνθισαν το ’60 και ’70), στην Ελλάδα συμφήρθηκαν με τις παμπάλαιες και πασίγνωστες επιχώρειες έξεις της πνευματικής νωθρότητας, του εξυπνακιδισμού και της ημιμάθειας. Η σύμφυρση αυτή, επομένως, ήταν η φυσική και βολική είσοδος του μεταμοντερνισμού σ’ έναν τόπο όπου το αστικό εργασιακό ήθος είναι ουσιαστικά άγνωστο όχι μόνο στον τομέα της υλικής παραγωγής, αλλά και στον τομέα του πνεύματος, όπου δεν διαμορφώθηκαν παραδόσεις με συνοχή και με μακρόβιους φορείς και όπου οι μίμοι και οι γελωτοποιοί εκπροσωπούνται με ποσοστά ιδιαιτέρως υψηλά στους κύκλους των διανοουμένων, στα πανεπιστήμια και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης…»

Οι σημειώσεις και οι τονισμοί των λέξεων δικοί μου.

Η «νεοελληνική ιδιαιτερότητα»

Μαρτίου 31, 2008

Με αφορμή μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση στο ιστολόγιο «Θεαμαπάτες και Δικτυώματα», που ακολούθησε την παρακάτω δημοσίευση
http://theamapati.wordpress.com/?p=984
και στην οποία συχνά αναφέρθηκαν οι ιδιαιτερότητες που χαρακτήρισαν το νεοπαγές ελληνικό κρατίδιο μετά την Επανάσταση του ’21, των οποίων τα αποτελέσματα διαλεκτικώς βιώνουμε μέχρι τα σήμερα, ανέτρεξα στο μακαρίτη τον Παναγιώτη Κονδύλη.
Στην περίφημη «εισαγωγή για την ελληνική έκδοση» του βιβλίου του (που είχε εκδοθεί αρχικά στα γερμανικά) «Η παρακμή του Αστικού Πολιτισμού», εκδ Θεμέλιο, 1991, ασχολείται ακριβώς με αυτές τις «ιδιαιτερότητες». Ο ίδιος θεωρεί ότι η καχεξία του αστικού στοιχείου και ο πελατειακός τρόπος λειτουργίας του πρώιμου ελληνικού κοινοβουλευτισμού δημιούργησαν την νεοελληνική ιδιαιτερότητα στην οποία συχνά αναφερόμαστε. Ας δώσουμε το λόγο, όμως στον ίδιο, εκεί που περιγράφει τη συγκρότηση του «αστικού στοιχείου» αρχικώς προεπαναστατικά και στη συνέχεια τις πρώτες δεκαετίες ζωής του ελλαδικού κράτους (οι σημειώσεις και οι τονισμοί δικά μου):
«… η επιρροή καπιταλιστικών σχέσεων αναπτυσσόμενων σε διεθνές επίπεδο… ανάγκασε σχετικά μικρές ομάδες της πατριαρχικής τουρκοκρατούμενης κοινωνίας να αποσπασθούν απ’ αυτήν και να ενταχθούν απ’ ευθείας στο διεθνές καπιταλιστικό κύκλωμα, ιδιαίτερα στην εμπορική και εφοπλιστική του έκφανση…» Όμως, «…οι φορείς της οικονομικής ανόδου, οι οποίοι συνέχιζαν να δρουν στο εσωτερικό, δεν είχαν αποβάλει ποτέ τα κεντρικά πατριαρχικά τους γνωρίσματα, δηλαδή δεν ήσαν ποτέ αστικοί-καπιταλιστικοί, όσο κι αν η ύπαρξη μιας διεθνούς καπιταλιστικής αγοράς αποτελούσε προϋπόθεση της δικής τους της ευδοκίμησης.»
Και πάλι αργότερα, μετά το ήμισυ του 19ου αιώνα, όταν «…άτομα και ομάδες του παροικιακού Ελληνισμού απέκτησαν αξιόλογη οικονομική ισχύ ακριβώς …χάρη στην ταύτιση των συμφερόντων τους με τα συμφέροντα αγγλικών, ιδιαίτερα, μεγάλων εταιρειών», κατ’ αυτόν τον τρόπο «…μπορούσαν να ευημερήσουν, όμως δεν μπορούσαν να παίξουν ρόλους ιστορικά ρηξικέλευθους, παρά επιδόθηκαν κατά πρώτο λόγο σε μεσιτικές και διαμετακομιστικές εργασίες. Αντίστοιχο χαρακτήρα είχε και η μεταφύτευση ενός μέρους της δραστηριότητάς τους στο έδαφος του ελληνικού κράτους, όπου η βιομηχανία και η παραγωγή αγαθών γενικότερα αναπτύχθηκε λιγότερο ή πολύ λιγότερο απ’ ό,τι η ναυτιλία, το εμπόριο και το τραπεζικό σύστημα.» και «…η μεταφύτευση στοιχείων του αστικού πολιτισμού, τα οποία είχαν οικειωθεί οι εύποροι Έλληνες στο κοσμοπολίτικο περιβάλλον της διασποράς …ήσαν επί το πλείστον αποσπασματικά και επιφανειακά …Γιατί εδώ έλειπε μια ουσιώδης διάσταση της αστικής οικονομίας, του αστικού πολιτισμού και της αστικής αυτοσυνείδησης: η διάσταση η προμηθεϊκή, η οποία …συνδεόταν πρωταρχικά με τη μορφή του καινοτόμου βιομήχανου ως φορέα και πρακτικού μετουσιωτή του πνεύματος της σύγχρονης επιστήμης και τεχνικής του πνεύματος της προόδου και της ρήξης με τη στείρα παραδοσιοκρατία του αγροτικού πατριαρχισμού.»
Η σχετικά πρώιμη είσοδος του κοινοβουλευτισμού από τον 19ο αιώνα συνέβαλε παράλληλα και αλληλένδετα με την «αστική καχεξία» στον ιδιότυπο σχηματισμό της φυσιογνωμίας του νεοελληνικού κράτους που βιώνουμε μέχρι τις μέρες μας καθώς,
«…ο μηχανισμός λειτουργίας του κράτους διαμορφώθηκε, ως εν μέρει τερατογενετικό και εν μέρει ιλαροτραγικό αποτέλεσμα της διασταύρωσης των πιο προηγμένων τοτινών πολιτικών θεσμών, όπως ο κοινοβουλευτισμός και η καθολική ψηφοφορία, με μια κοινωνία διεπόμενη από πατριαρχικές σχέσεις, στάσεις, νοοτροπίες και αξίες και …συνεπέφερε μια κοινωνική κινητικότητα ίσως ακόμη εντονότερη απ’ αυτήν που γέννησε η ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων, γιατί όχι μόνο δημιούργησε ευκαιρίες πολιτικής και κοινωνικής σταδιοδρομίας… άλλα άνοιξε σε ευρύτερες μάζες το δρόμο από την ύπαιθρο προς τις πόλεις. …Όταν η πατριαρχική σχέση μεταφέρεται από την κοινωνία στην πολιτική, τότε μεταβάλλεται στη λεγόμενη πελατειακή σχέση, διατηρώντας όμως το θεμελιώδες της γνώρισμα, δηλαδή την αναγκαία συνάφεια υπακοής και προστασίας: ο κοινοβουλευτικός πατριάρχης …απαιτεί από τους «ανθρώπους του» υπακοή, …όμως ταυτόχρονα αναλαμβάνει να «ενεργήσει για τις υποθέσεις τους»… Η διόγκωση και διαμόρφωση του ελληνικού κράτους ούτε από κάποια εντόπια αστική τάξη υποκινήθηκε ούτε και την αστική τάξη ωφέλησε, απεναντίας μάλιστα, ο όγκος, η δυσκαμψία και η δαπανηρότητα του κράτους αποτέλεσε τροχοπέδη για τη διοχέτευση πόρων και ενεργειών σύμφωνα με τις ανάγκες μιας αμιγούς καπιταλιστικής ανάπτυξης.»
Και το σημαντικότερο, «…Ο πελατειακός χαρακτήρας των κομμάτων, …η ταυτόχρονη ανάγκη εξυπηρέτησης όχι μόνο πλείστων ατόμων αλλά και διαφόρων ομάδων ή «κλάδων» μέσω του κράτους καθιστούσε αδύνατη την άσκηση μονοσήμαντης και συνεπούς ταξικής πολιτικής. Θέμα ταξικής πολιτικής δεν έμπαινε άλλωστε πιεστικά σε μια χώρα που η βαθμιαία αποσύνθεση των πατριαρχικών δομών δημιούργησε, ως κύριο τμήμα του κοινωνικού κορμού, μιαν ευρύτατη μάζα μικροαστών και μικροϊδιοκτητών, οι οποίοι μπορούσαν εξ ίσου καλά να ανήκουν σε ένα «δεξιό», σε ένα «φιλελεύθερο» ή σε ένα «αριστερό» κόμμα.»
Έτσι, «…η ελληνική «αστική τάξη» δεν στάθηκε ποτέ αρκετά συγκροτημένη, ομοιογενής και ισχυρή ώστε να ταυτισθεί αναμφίλογα με την πολιτική διακυβέρνηση της χώρας, μολονότι συχνά η πολιτική επιρροή της μπορεί να ήταν (κατά πολύ) μεγαλύτερη από εκείνη άλλων κοινωνικών στρωμάτων ή ομάδων πιέσεως.»
Και τελειώνουμε την παράθεση με ένα απόσπασμα, όπου με το γνωστό καυστικό του ύφος, ο Κονδύλης αναφέρεται στους κρατικούς φορείς του τότε (;), «…Από τη συνάντηση ενός ανθρώπινου τύπου γαλουχημένου σε περιβάλλον προκρατικό και προαστικό με το μηχανισμό της σύγχρονης γραφειοκρατίας, ο οποίος ενσαρκώνει και απαιτεί στάση και συμπεριφορά ορθολογική, προέκυψαν συνδυασμοί άλλοτε σπαρταριστοί και άλλοτε αξιοδάκρυτοι, συνδυασμοί που ακόμα περιμένουν τον σατιρικό και τον διηγηματογράφο τους».

Δεν ξέρω αν τα αποσπάσματα σας κίνησαν το ενδιαφέρον αλλά νομίζω ότι η Εισαγωγή αυτή του Κονδύλη, στις 37 πυκνογραμμένες σελίδες της, αποτελεί υπόδειγμα κοινωνιολογικής-ιστορικής ανάλυσης, ανεξάρτητα με τις συμφωνίες ή διαφωνίες που προκύπτουν από αυτή.