Η ΑΜΗΧΑΝΙΑ TOY ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ (από τη «Ρήξη», φ.86 – 23/6)

του Θόδωρου Ντρίνια

Το επίσημο πολιτικό σύστημα ουσιαστικά χάσκει σαστισμένο μπροστά στο τοπίο που διαμορφώθηκε μετά τις εκλογές της 17ης Ιουνίου, οι οποίες δεν απετέλεσαν τίποτε άλλο παρά τη συνέχιση των εκλογών της 6ης Μαΐου με πιο τονισμένα – λόγω συγκέντρωσης σε πόλους – τα μηνύματα και τις τάσεις που διατυπώθηκαν στην πρώτη αυτή εκλογική αναμέτρηση μιας πλειάδας αναμετρήσεων που απ’ ό,τι φαίνεται θα ακολουθήσουν. Τα ξεκάθαρα αυτά αλλά και εν πολλοίς αντικρουόμενα μηνύματα, η παροξυσμική μορφή που λαμβάνει η κρίση στην Ελλάδα και η επίταση της υπαρξιακής κρίσης της ευρωζώνης, η διευρυμένη κοινωνική υποβάθμιση και η ρευστοποίηση των ορίων ανάμεσα σε κοινωνικές ομάδες και στρώματα με μοναδική ίσως εξαίρεση τον εκσυγχρονισμένο λούμπεν ελληνικό αστισμό, η κραυγαλέα αναντιστοιχία ανάμεσα στις σύνθετες κοινωνικές και εθνικές ανάγκες από τη μία και το πολιτικό προσωπικό από την άλλη και τέλος, η επιδείνωση του γεωπολιτικού περιβάλλοντος της χώρας, καθιστούν ασφαλή μόνο μια διαπίστωση: ότι δεν μπορεί να υπάρξει ασφαλής διαπίστωση/πρόβλεψη για την πορεία του πολιτικού συστήματος στη χώρα! Όσοι/ες θεωρούν «κλειδωμένες» τις εξελίξεις και με βάση αυτό στήνουν τις αναλύσεις τους ή σχεδιάζουν την πολιτική τους τακτική (αν είναι πολιτικά κόμματα ή οργανώσεις), υπάρχει φόβος να βιώσουν σύντομα οδυνηρές διαψεύσεις. Μια γραμμική πολιτική πορεία του πολιτικού συστήματος και των συνιστωσών του δύσκολα επιβεβαιώνεται από τη σημερινή πραγματικότητα. Με βάση αυτή την αρχική τοποθέτηση/διαπίστωση μπορούμε να προχωρήσουμε σε μια σύντομη ανάλυση των ενδεχομένων που σχετίζονται με κάθε πολιτικό παίκτη χωριστά.

Η κυβερνητική τρόικα, ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ, ως κακέκτυπο κυβέρνησης «εθνικής σωτηρίας», αποτελεί στην ουσία ένα ιστορικό ανάλογο του «πειράματος Μαρκεζίνη». Όπως ο δικτάτορας Παπαδόπουλος και οι συν αυτώ, διαβλέποντας ότι ο πολιτικός τους χρόνος τελείωνε, προσπάθησαν να μεταβούν μέσω μιας κυβέρνησης Μαρκεζίνη, σε μια ελεγχόμενη μορφή αυταρχικού δημοκρατικού πολιτεύματος με την υποστήριξη του αστικού πολιτικού κόσμου και την ανοχή τμήματος της τότε Αριστεράς, έτσι και σήμερα οι δυνάμεις που προώθησαν ενεργητικά, στήριξαν αναγκαστικά ή απλά ανέχτηκαν την μνημονιακή υποδούλωση της χώρας, προσπαθούν σήμερα να μεταβούν σε μια φάση «επαναδιαπραγμάτευσης» πριν ο πολιτικός τους χρόνος αλλά και αυτός της χώρας εξαντληθεί οριστικά και με δραματικά επακόλουθα. Η όποια λειτουργικότητα και στοιχειώδης επιβίωση του εγχειρήματος θα εξαρτηθεί από το είδος της «επαναδιαπραγμάτευσης του Μνημονίου» την οποία θα επιχειρήσουν, το σθένος που θα επιδείξουν απέναντι στην αντίπαλη πλευρά και πρωτίστως από την κατάληξη της γενικότερης διαπάλης για ηγεμονία στο εσωτερικό της Ευρωζώνης μεταξύ Γερμανίας – Γαλλίας και ΗΠΑ, με πιθανή ημερομηνία ορόσημο αυτήν της Συνάντησης Κορυφής της 28ης Ιουνίου. Αν κατορθώσουν να αποσπάσουν μια μικρή χαλάρωση της βαρβαρότητας της δημοσιονομικής προσαρμογής, μπορούν να προσδοκούν σε μηδενισμό της ύφεσης σε επίπεδο τελευταίου τριμήνου του έτους και άρα σταθεροποίηση της κοινωνικής μιζέριας στα σημερινά επίπεδα, στοιχειώδη συγκράτηση/επιβίωση ενός τμήματος των μεσαίων στρωμάτων και ως εκ τούτου αγορά πολιτικού χρόνου μέχρι το 2014 ώστε να μπορέσουν: η μεν ΝΔ να ανασυνθέσει τη «δεξιά πολυκατοικία» με ηγεμονικούς όρους, οι δε ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ να ανασυστήσουν από κοινού τη διαλυμένη κεντροαριστερά πριν προλάβει να το κάνει ο επελαύνων αλλά άπειρος ακόμη ΣΥΡΙΖΑ. Στην περίπτωση που η επαναδιαπραγμάτευση αποδώσει ψίχουλα, τότε θα επικρατήσει η λογική «ο σώζων εαυτόν σωθήτω» (με πρώτη και καλύτερη τη ΔΗΜΑΡ), το πείραμα θα εκμετρήσει πολύ σύντομα  -σε μερικές εβδομάδες – το ζην του, και το πιθανότερο μαζί με αυτό και οι δυνάμεις που το στήριξαν ανοίγοντας το δρόμο για νέα πολιτικά μορφώματα και συσπειρώσεις προς τα δεξιά και αριστερά τους.

Για πολλούς, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει μπει ήδη σε μια πορεία ανέκκλητης πορείας προς την εξουσία και κρίνοντας με βάση την ιδιαίτερη επισφάλεια του φρέσκου κυβερνητικού εγχειρήματος θεωρούν ότι η κατάκτηση της διακυβέρνησης της χώρας είναι απλώς ζήτημα λίγων μηνών. Θα μπορούσε να γίνει κι έτσι αλλά δεν θα είναι τόσο εύκολο. Οι τεράστιες μάζες ψηφοφόρων που συνέρευσαν μέσα σε λίγες εβδομάδες στο ΣΥΡΙΖΑ, προκαλώντας μια πρωτοφανή εκλογική μεγέθυνση από το 3-5% στο 27-30%, ούτε οργανωτική σχέση με τον ΣΥΡΙΖΑ έχουν, ούτε τις τράβηξε το (ανύπαρκτο) κυβερνητικό του πρόγραμμα, ούτε πολύ περισσότερο η (συζητήσιμη και αλλοπρόσαλλη) ιδεολογία του. Ήταν η προσδοκία ότι θα αποφύγουν τα χειρότερα μέσω μιας «άλλης» διακυβέρνησης τιμωρώντας παράλληλα τους «μνημονιακούς» ενόχους. Στο βαθμό που αυτό δεν επετεύχθη, η σχέση τους με τον συγκεκριμένο πολιτικό χώρο καθόλου δεδομένη δεν είναι. Σειρήνες λαϊκισμού ή μαγικών λύσεων μπορεί να προκύψουν και από άλλους χώρους. Συνεπώς, ο ΣΥΡΙΖΑ, για να ανανεώσει και να ενδυναμώσει τη σχέση του με τις μάζες του λαού που τον προσέγγισαν οφείλει μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα να καταφέρει τρία πράγματα: α) να παίξει το ρόλο του σαν αξιωματική αντιπολίτευση εντός κι εκτός της Βουλής χωρίς να γελοιοποιηθεί, β) να διαμορφώσει συνεκτικό και ριζοσπαστικό πρόγραμμα μελλοντικής διακυβέρνησης που θα λαμβάνει υπ’ όψιν του όλες τις παραμέτρους της καταστροφικής συγκυρίας (οικονομική, κοινωνική, γεωπολιτική), γ) να μετατραπεί σε ενιαία παράταξη η οποία θα επιχειρήσει να διαμορφώσει οργανωτικούς δεσμούς με τις μάζες των σημερινών ή δυνάμει υποστηρικτών του που θα τον βοηθήσουν να αντέξει σε ενδεχόμενη ανάληψη της κυβερνητικής εξουσίας. Αν για κάποιους τα παραπάνω απαιτούμενα φαίνονται εύκολα και δεδομένα, τότε ας αφήσουμε για λίγο την φαντασία μας ελεύθερη και ας δούμε την εκδοχή με τον …Μηλιό και τους βουλευτές της ΔΕΑ (συνιστώσα ΣΥΡΙΖΑ) να επιχειρηματολογούν στο Κοινοβούλιο για αναγνώριση της «μακεδονικής μειονότητας» στην Ελλάδα ή για αναγνώριση της FYROM ως «Μακεδονία», τον Λαφαζάνη να προσπαθεί να πείσει τον Παπαδημούλη ότι το κυβερνητικό πρόγραμμα θα μιλάει για αποδέσμευση από το ευρώ και την ευρωζώνη και το αντίθετο και τον σκληρό πυρήνα επαγγελματικών στελεχών του ΣΥΝ και των συνιστωσών να αποδέχονται μετατροπή σε ενιαία δημοκρατική παράταξη των μελών τιμώντας τις (αν-)ιερές αριστερές παραδόσεις του εισοδισμού, φραξιονισμού, ηγεμονισμού, της διπλότητας, κλπ.

Οι Ανεξάρτητοι Έλληνες του Καμμένου αντικειμενικά φαίνονται να έχουν ολοκληρώσει τον σύντομο πολιτικό τους κύκλο με την πρωθυπουργοποίηση Σαμαρά, την ανάδειξη του αντιμνημονιακού ΣΥΡΙΖΑ σε αξιωματική αντιπολίτευση και τη μονοπώληση του εθνικισμού από τους καπάτσους τραμπούκους της Χρυσής Αυγής. Πιθανότερη πορεία θα είναι η αποσυσπείρωση του εγχειρήματος ακόμα και μέσα στη Βουλή. Μοναδική ελπίδα του αρχηγού τους είναι να τα κάνει ο Σαμαράς μπάχαλο ισάξιο με αυτό ενός ΓΑΠ και άρα η επιχείρηση ανασύσταση της «δεξιάς πολυκατοικίας» να σηκώνει πολλούς μνηστήρες και ιδιαίτερα εκείνους που θα επιχειρήσουν να την πραγματοποιήσουν με όρους δεξιού λαϊκισμού και αυταρχισμού.

Το ΚΚΕ βρίσκεται πραγματικά σε εξαιρετικά κρίσιμο σημείο. Η εκλογική κρίση που προέκυψε από τα αποτελέσματα της 17ης Ιουνίου μετατρέπεται ουσιαστικά σε κρίση ύπαρξης διότι κατ’ ουσίαν σηματοδοτεί την με βίαιο τρόπο εξάντληση της στρατηγικής επιβίωσης που ακολούθησε το κόμμα την τελευταία 20ετία. Η απόλυτη οργανωτική περιχαράκωση, η πολιτική εσωστρέφεια στα όρια «πολιτικής αιμομιξίας» και η μετατροπή ενός άλλοτε ζωντανού και εσωτερικά ανήσυχου πολιτικού οργανισμού σε «κόμμα-μαυσωλείο», οδήγησε σταδιακά στην απόλυτα παρανοϊκή στάση που κράτησε το κόμμα κατά τη μνημονιακή περίοδο, όπου κατήγγειλε και σνομπάρισε τους πάντες και τα πάντα που κινητοποιούνταν: ανθρώπους – κινήματα- ακόμα και …πατάτες! Στάση που συνεχίζεται ακόμα και μετεκλογικά μέσω ενός παραληρήματος σε βάρος του «λαού που δεν καταλαβαίνει» και των εκλογών που «σιγά μην αλλάξουν τα πράγματα», όταν επί δύο χρόνια το μόνο σύνθημα του ΚΚΕ ήταν «εκλογές τώρα»!  Και αυτό, παρά το γεγονός ότι είναι το μόνο κόμμα της αριστεράς που εξακολουθεί να έχει οργανωτική σχέση με πληβειακά στρώματα του πληθυσμού ενώ η μεγάλη και επώδυνη ιστορική πείρα του ως πολιτικός οργανισμός του επιτρέπει να εντοπίζει επικίνδυνες αυταπάτες και τυχοδιωκτισμούς στην πορεία αντίστασης του λαού και να προκρίνει την προσπάθεια για οργανωτική και προγραμματική συγκρότηση των κοινωνικών υποκειμένων. Η αριστερίστικη αυτή υποστροφή, αν συνεχιστεί, δεν μπορεί παρά να παγιώσει και αριστερίστικα ποσοστά εκλογικής επιρροής. Μια διαφορετική πορεία σημαίνει ουσιαστική συμμετοχή στα αυθόρμητα κινήματα που θα προκύψουν το επόμενο διάστημα σαν διάδοχες μορφές αυτού των «πλατειών» και των «αγανακτισμένων» και ένα πρώτο άνοιγμα σε πολιτικούς χώρους που επιμένουν στις αναφορές στο λαϊκό στοιχείο και δεν γοητεύτηκαν από την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ προς την κυβερνητική εξουσία. Για να συντελεστεί κάτι τέτοιο, όμως, προϋποθέτει τη «μετατόπιση» ενός αγκυλωμένου κομματικού κορμού, ο οποίος γεννήθηκε, γαλουχήθηκε και ωρίμασε ακριβώς μέσα σ’ αυτήν 20ετία της απομόνωσης και της εσωστρέφειας, μετά τον οργανωτικό ακρωτηριασμό που προκάλεσε η διάσπαση και η μεγάλη φυγή στελεχών του ’91. Και αυτό σίγουρα φαντάζει τιτάνιο έργο όταν ακόμα και σήμερα οι ανώτατες κομματικές σειρήνες δείχνουν να θεωρούν ελκυστικότερο τον εγκλεισμό στα μπούνκερ της απομόνωσης και αυτοπροστασίας ώστε το κόμμα να ξαναβγεί στο φως «μετά την καταστροφή».

Η Χρυσή Αυγή δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει ιδιαίτερα προβλήματα μέσα στο θολό αυτό πολιτικό τοπίο. Ήρθε για να μείνει. Όσο οι αιτίες που τη γιγάντωσαν θα παραμένουν ενεργές και «ακατανόητες» για το μέσο επίπεδο πολιτικής σκέψης, το οποίο διαγωνίζεται σε κλισέ ερμηνείες της ανόδου της, τόσο η Χρυσή Αυγή θα έχει τον πολύτιμο πολιτικό χρόνο να μεταφέρει τον τραμπουκισμό και την προβοκάτσια από τους δρόμους στα έδρανα του Κοινοβουλίου προσφέροντας γενναίες δόσεις τηλεοπτικού πολιτικού θεάματος. Μια κυβερνητική Δεξιά που δεν θα μπορεί να προχωρήσει σε «πατριωτική» και αντιμεταναστευτική ρελάνς απέναντι στη Χρυσή Αυγή λόγω της κυβερνητικής συγκατοίκησης με πιο «πολιτισμένους» πολιτικούς χώρους και ένας πιθανά μονοθεματικός ή ιδεοληπτικός και ασόβαρος ΣΥΡΙΖΑ στην αξιωματική αντιπολίτευση, θα αποτελέσουν βούτυρο στο ψωμί της κοινοβουλευτικής, πια, συμμορίας. Αν μάλιστα, μπροστά στο μέγεθος της κρίσης και των προκλήσεων, η κυβερνώσα Δεξιά καταβαραθρωθεί, τότε μεσοπρόθεσμα η υποχρεωτική ανασυγκρότηση της Δεξιάς σε αυταρχική και απολυταρχική κατεύθυνση θα περάσει από το τέμπο που επιβάλλει η ιδεολογία και ο πολιτικός πολιτισμός της Χρυσής Αυγής. Η πρόσφατη φιλο-χουντική στροφή του ηγέτη της και οι ύμνοι στην 21η Απριλίου και τον Στρατό μόνο τυχαία γεγονότα δεν μπορούν να θεωρηθούν. Ας μην παραβλέπουμε το γεγονός ότι ο Λεπέν ξεκίνησε από ηγέτης μιας περιθωριακής δράκας ροπαλοφόρων παρακρατικών τη δεκαετία του ’60 για να μετατρέψει το κόμμα του σε τρίτη πολιτική δύναμη της Γαλλίας σήμερα.

Τέλος, μια μικρή αναφορά και στο δικό μας πολιτικό χώρο, όπως εκφράζεται μέσα και γύρω από την Κίνηση Πολιτών Άρδην. Η οργανωτική ανάπτυξη και η πολιτική μας δράση τα τελευταία δύο χρόνια της καταστροφής της χώρας παρέμεινε αναντίστοιχη με τις αναγκαιότητες της συγκυρίας και το διακύβευμα της περιόδου. Παρέμεινε επίσης αναντίστοιχη σε σχέση με τον πλούσιο και συμπαγή όγκο ιδεολογικής και προγραμματικής δουλειάς που έχει πραγματοποιηθεί τα τελευταία χρόνια, η οποία ακόμα εξελίσσεται και αναπτύσσεται. Η ενεργή συμμετοχή στα κινήματα του αντιστεκόμενου λαού και σε κάποιες συλλογικές προσπάθειες συγκρότησης ενός κινηματικού πολιτικού χώρου (π.χ. Σπίθα) δεν αναιρούν την ανάγκη εξισορρόπησης μεταξύ ιδεολογικού υδροκεφαλισμού και  οργανωτικής και πολιτικής υπανάπτυξης. Πόσο μάλλον όταν θεωρούμε βάσιμα ότι ο λαός μας πρέπει να προετοιμαστεί προγραμματικά και οργανωτικά για τη διαχείριση μιας καταστροφής που την βλέπουμε να έρχεται και η οποία θα απειλήσει την ίδια την διακριτή μας ύπαρξη, κοινωνικά και εθνικά. Οι αντιφάσεις και τα διλήμματα που αναπτύχθηκαν στο ίδιο το εσωτερικό του δικού μας χώρου κατά τη διάρκεια της πρόσφατης εκλογικής αναμέτρησης, είναι άκρως ενδεικτικά συμπτώματα μιας προβληματικής κατάστασης. Η συγκρότηση ενός καινούριου πολιτικού πόλου εθνικής ανεξαρτησίας, κοινωνικής απελευθέρωσης και δημοκρατίας δεν είναι μια αναγκαιότητα που «εφευρίσκεται» για να επιλύσει το δικό μας πολιτικό πρόβλημα. Αντίθετα, μέσα από την διακριτή παρουσία του και την πολιτική και ιδεολογική πίεση που θα ασκήσει ο πόλος αυτός, θα βοηθήσει ώστε να επιταχυνθούν αλλαγές και μετασχηματισμοί και στους υπάρχοντες πολιτικούς χώρους (π.χ. ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ, λαϊκή δεξιά). Μια διαδικασία μετασχηματισμών που ήδη αποτυπώθηκε στις κινητοποιήσεις της μνημονιακής περιόδου αλλά και στις δύο πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις και η οποία πρέπει να ενταθεί ώστε παλιοί ξεπερασμένοι διαχωρισμοί να δώσουν τη θέση τους σε νέους αυθεντικότερους και στη διατύπωση προταγμάτων που θα αντιστοιχούν στη νέα ιστορική περίοδο. Είναι βέβαιο ότι η μεγέθυνση του ΣΥΡΙΖΑ θα τον μετατρέψει σε ελκυστή των αντιστάσεων που θα εκδηλωθούν στη νέα αυτή περίοδο και άρα θα δυσκολέψει αντικειμενικά τη συγκρότηση ενός τέτοιου πόλου. Γρήγορα, όμως, θα αποδειχτούν η ανεπάρκεια και οι εγγενείς αδυναμίες της εφόδου του ΣΥΡΙΖΑ προς την εξουσία και το πολιτικό τοπίο θα παραμείνει ανοιχτό για το χώρο της λαϊκής και εθνικής αντίστασης. Αν αδρανήσουμε και αυτή τη φορά, τότε μας απομένει ο ρόλος των γκρινιάρηδων γερόντων του παλαιού τηλεοπτικού Μάπετ Σόου στο θεωρείο της πολιτικής σκηνής. Στ’ αλήθεια, μια καθόλου ελκυστική προοπτική.


Advertisements

Ετικέτες:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: