Αριστερά και Μετανάστευση

Τα τρία κείμενα που ακολουθούν αναφέρονται, εξ’ ολοκλήρου ή εν μέρει, στη στάση που κράτησε η πλειοψηφία της σύγχρονης αριστεράς στο ζήτημα της μετανάστευσης:

Το πρώτο, ομότιτλο με τη σημερινή δημοσίευση, είναι ένα άρθρο του ιταλού δημοσιογράφου και συγγραφέα Μάρκο ντ’ Εραμο, το οποίο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Micromega» και το αλίευσα ΕΔΩ.

Το δεύτερο είναι άρθρο του Ρ. Ρινάλντι, το οποίο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Δρόμος» (ΕΔΩ), στις 14/5/2011.

Το τρίτο είναι απόσπασμα από ένα εκτενές κείμενο με τίτλο «Για μια εναλλακτική πολιτική στο Μεταναστευτικό«, το οποίο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ‘Αρδην, τ.77, το Φθινόπωρο του 2009 (ΕΔΩ).

Παραθέτω τα τρία κείμενα:

Αριστερά και μετανάστευση

του Μάρκο ντ’ Εραμο

Για την αριστερά η μετανάστευση φαίνεται να μην αποτελεί πρόβλημα. Την θεωρεί μιαν αναπόφευκτη διαδικασία που θα βρει από μόνη της τη λύση της. Και σκέφτεται ότι όποιος αναρωτιέται για τη μετανάστευση και τις επιπτώσεις της είναι γι’ αυτό το λόγο ρατσιστής.

Το θέμα όμως είναι αρκετά πιο αμφίσημο απ’ όσο φαίνεται από πρώτη άποψη. Και αυτό το γνώριζαν πολύ καλά οι θεμελιωτές του εργατικού κινήματος. Αυτοί γνώριζαν πολύ καλά ότι είναι τα αφεντικά, οι καπιταλιστές, εκείνοι που πιέζουν υπέρ της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης. Για τους καπιταλιστές οι μετανάστες αποτελούν τον τέλειο «εφεδρικό βιομηχανικό στρατό», το ιδεώδες εργαλείο για να περιορίζουν τις διεκδικήσεις των εργαζομένων και να μειώνουν τους μισθούς τους.

Το 1891, η κόρη του Καρλ Μαρξ Ελεονόρα έγραφε στον αμερικανό συνδικαλιστή Σάμουελ Κόμπερς: «Το πιο άμεσο ζήτημα είναι να εμποδίσουμε την εισαγωγή παράνομης εργασίας από τη μια χώρα στην άλλη, δηλαδή εργαζόμενοι οι οποίοι δεν γνωρίζουν τις συνθήκες της ταξικής πάλης σε μιαν ορισμένη χώρα να εισαχθούν από τους καπιταλιστές σε αυτή τη χώρα, για να μειώσουν τους μισθούς ή να επιμηκύνουν τους χρόνους εργασίας ή και για τα δύο».

Η ολική απορρύθμιση της μετανάστευσης αντιπροσωπεύει μιαν αληθινή πανάκεια για το μεγάλο κεφάλαιο. Από οικονομική και κοινωνική άποψη συμπιέζει μισθούς και διεκδικήσεις και αποδυναμώνει το μέτωπο των εργαζομένων.

Ενώ από πολιτική άποψη παροξύνει τον εσωτερικό ανταγωνισμό μεταξύ των λαϊκών στρωμάτων (τους περίφημους «πολέμους στους κόλπους του λαού») για πολύτιμους πόρους, όπως κατοικίες, σχολεία για τα παιδιά, κρεβάτια στα νοσοκομεία, στρέφοντας την κοινωνική δυσαρέσκεια προς τη δεξιά και μετατρέποντας σε υστερία την αγωνία για ασφάλεια.

Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, η αντίδραση της αριστεράς είναι εκείνη που ο Καρλ Μαρξ μισούσε περισσότερο, δηλαδή είναι η αντίδραση των «ευγενικών ψυχών», για τις οποίες είναι βλάσφημο και το να θέτει κανείς το ζήτημα.

Ιδού όμως το παράδοξο, μια απορία που η ίδια η αριστερά κρύβει ντροπαλά κάτω από το χαλί της: εμείς είμαστε ενάντια στο laissez-faire σε όλα τα πεδία, παλεύουμε ενάντια στην απορρύθμιση σε κάθε τομέα της κοινωνικής ζωής, αλλά σε ένα σημείο τρέφουμε μιαν απόλυτη και φανατική πίστη στο laissez-faire και αυτό είναι η μετανάστευση. Νομίζουμε ότι γι’ αυτό το θέμα το μοναδικό πράγμα που πρέπει να κάνουμε είναι να μην κάνουμε τίποτα.

Έτσι παρακολουθούμε μια διπλή ανωμαλία: η δεξιά είναι υπέρ της ελεύθερης κυκλοφορίας των πάντων, πλην των ανθρώπινων υπάρξεων. Η αριστερά είναι υπέρ του προγραμματισμού των πάντων, αλλά όχι της ανθρώπινης γεωγραφίας μας. Εμείς θεωρούμε ότι η πολιτική μπορεί να κυβερνάει όλα τα πεδία της κοινωνίας, από την εκπαίδευση ως την υγεία, αλλά θεωρούμε προσβλητικό να κυβερνάει τη μετανάστευση.

Αντιλαμβάνομαι ότι το να διεισδύσουμε σε αυτή την περιοχή είναι αρκετά ριψοκίνδυνο, εξαιτίας της πιθανής διολίσθησης στην ξενοφοβία, εξαιτίας του «ανθρωπολογικού προστατευτισμού» στον οποίο κινδυνεύουμε να οδηγηθούμε. Αλλά το να μην αντιμετωπίζουμε αυτό το ζήτημα είναι αρκετά πιο επικίνδυνο, σχεδόν αυτοκτονικό. Η μεταναστατευτική αναρχία καταλήγει πράγματι στη χειρότερη δυνατή κατάσταση, εκείνη στην οποία διαιωνίζεται ο φαύλος κύκλος παρανομία/καταπίεση και στην οποία το κράτος που φιλοξενεί μετανάστες δεν κάνει τίποτα για να προετοιμάσει κατοικίες, υποδομές, υπηρεσίες, σχολεία, νοσοκομεία, για να καταστήσει δηλαδή δυνατή την ενσωμάτωση (όχι την αφομοίωση, που είναι διαφορετικό πράγμα) των μεταναστών.

Σε αυτή την κατάσταση, το εκλογικό σώμα έχει μπροστά του δυο παρατάξεις: η μια που δίνει στο πρόβλημα μια βάρβαρη και επιπλέον υποκριτική απάντηση, δεδομένου ότι καμία κοινωνία, όσο πλούσια και αν είναι, δεν μπορεί να κάνει χωρίς μετανάστες· η άλλη παράταξη, η οποία αντίθετα αρνείται την ίδια την ύπαρξη του προβλήματος ταλαντευόμενη πάντοτε ανάμεσα σε δύο άκρα.

Το ένα, διαδεδομένο κυρίως στη λεγόμενη «ριζοσπαστική» αριστερά, είναι το χωρίς διάκριση χαρωπό άνοιγμα, που παρουσιάζεται ως «φιλοξενία» (ακριβώς όπως ο ριγκανισμός έβλεπε το κλείσιμο των ψυχιατρείων ως απλό πέταγμα των ψυχικά ασθενών στο δρόμο). Το άλλο, που κυριαρχεί στη «μετριοπαθή» αριστερά, είναι ένας αδύναμος μιμητισμός, ο οποίος ακολουθεί από κοντά την ξενόφοβη δεξιά, αλλά το κάνει πιο φιλεύσπλαχνα: «παρακαλώ, όχι με τόσο βάρβαρο τρόπο, με λιγότερη σκληρότητα, αν έχετε την καλοσύνη».

Κανείς όμως δεν προτείνει μια πολιτική για τη μετανάστευση. Δηλαδή ένα όραμα του μέλλοντος (τι τύπο κοινωνίας θέλουμε), ένα σύνολο μέτρων, αποφάσεων, νόμων, συμπεριφορών, εκστρατειών για τον προσανατολισμό και την αποδέσμευση της κοινής γνώμης από τη ρατσιστική επιρροή, για να κάνουμε έτσι ώστε οι μετανάστες να μην θεωρούνται μόνο ως κακότυχοι ταλαίπωροι που πρέπει να τους εκμεταλλευόμαστε -δηλαδή «εφεδρικός βιομηχανικός στρατός», που διατηρεί το προλεταριάτο «μέσα στα όρια που ταιριάζουν απόλυτα με τη λαχτάρα για εκμετάλλευση και τη μανία για κυριαρχία του κεφαλαίου» (Μαρξ)- ούτε ως διαφορετικοί από μας, που πρέπει μόνο να ανεχόμαστε και να υπομένουμε, αλλά ως μια επένδυση για το μέλλον.

Και, όπως κάθε επένδυση, ως κάτι που πρέπει να προγραμματίσουμε, να αξιολογήσουμε, να σχεδιάσουμε. Με την ιδέα ότι δεν μπορούμε να προσκαλούμε σε γεύμα ανοίγοντας απλώς την πόρτα του σπιτιού μας. Αλλά δεν μπορούμε ούτε και να προσφέρουμε ένα καλό φαγητό, αν δεν έχουμε τουλάχιστον μια ιδέα για τον αριθμό των συνδαιτυμόνων (…)

Να σταματήσουμε τα πογκρόμ, αλλά πώς;

του Ρ. Ρινάλντι

Η κοινωνική πλευρά
Οι στυγνές δολοφονίες, του 44χρονου Έλληνα οικογενειάρχη στην οδό Ηπείρου και Γ’ Σεπτεμβρίου και του Μπαγκλεντίνου μετανάστη στα Πατήσια, έρχονται να υπογραμμίσουν τη σφροδρότητα αλλά και την τραγικότητα της κατάστασης. Ακόμα κι αν αποδειχθεί ότι τα εγκλήματα αυτά δεν έχουν σχέση με το μεταναστευτικό ή ρατσιστικό ζήτημα, ο συμβολισμός ήταν μεγάλος και έπαιξε το ρόλο για να πυροδοτήσει αντιδράσεις, δηλαδή το έδαφος ήταν «γόνιμο».
Εξάλλου, τα πογκρόμ που συνέβησαν για δύο νύκτες από οργανωμένες ομάδες ακροδεξιών και φασιστών ενάντια σε μετανάστες, είχαν ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό 27 ατόμων, το σπάσιμο δεκάδων μαγαζιών και την εξάπλωση του τρόμου σε πολλές γειτονιές.
Όλα αυτά μπορούν να οδηγήσουν σε ορισμένες βασικές διαπιστώσεις.
Φθάνουμε σε μια κατάσταση εκρηκτική. Η ελληνική κοινωνία, μπαίνοντας σε μια φάση σκληρής στέρησης με βάση τα ζητήματα της κρίσης, ένα όχι μικρό τμήμα ανθρώπων οδηγείται σε μια σκλήρυνση. Η διαπίστωση ότι έχουν εγκαταλειφθεί από όλους, η διαπίστωση ότι δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια και τα προβλήματα που δημιουργεί -έτσι κι αλλιώς- το στοίβαγμα ανθρώπων μέσα σε ανεξέλεγκτα γκέτο στα οποία οι μετανάστες αποτελούν μια πλειοψηφία, τους οδηγεί να αποδέχονται πραγματιστικές, σκληρές λύσεις.
Όταν υπάρχουν καταγεγραμμένοι 800.000 άνεργοι (περίπου 16%), 200.000 περισσότεροι από πέρσι, όταν η φτωχοποίηση και η στέρηση αγκαλιάζουν πλατιά στρώματα, όταν η αυξανόμενη μετανάστευση προς τη χώρα μας ξεπερνάει το 1.000.000, η συνύπαρξη γίνεται πιο δύσκολη. Ιδιαίτερα όταν η εγκληματικότητα, η παραβατικότητα του δρόμου και οι συμμορίες τροφοδοτούνται και αυξάνονται και στο χώρο των μεταναστών, τότε η «χημεία» και τα συναισθήματα μπορεί να πάρουν ένα ρατσιστικό και επικίνδυνο χαρακτήρα.

Η πολιτική πλευρά
Υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις που δραστηριοποιούνται, σε σχέση με το μεταναστευτικό και έχουν δημιουργήσει μια νέα κατάσταση. Υπάρχει, πλέον, μια υπολογίσιμη πολιτική δύναμη που έχει κάνει σημεία της το μεταναστευτικό με αρκετή επιτυχία μέχρι τώρα.
Αυτή η υπολογίσιμη πολιτική δύναμη έχει δύο πτέρυγες. Ένα επίσημο κομμάτι, το ΛΑΟΣ, που έχει ενταχθεί στο συστημικό τόξο, εκφέροντας ένα πότε καλυμμένο και πότε ανοικτό ρατσιστικό λόγο. Θα θυμόσαστε όταν, προεκλογικά, είχε καταφέρει να θέσει στο κέντρο της πολιτικής ατζέντας το μεταναστευτικό και την πάταξη της παραοικονομίας-παραβατικότητας. Και ένα ακραίο ακτιβίστικο τμήμα, την Χρυσή Αυγή, που λειτούργησε με επάρκεια, εστιάζοντας στο πρόβλημα του κέντρου της Αθήνας και της εγκληματικότητας, βρίσκοντας δηλαδή ευνοϊκό πεδίο για παρέμβαση, κατόρθωσε να γειωθεί με τον κόσμο και τα προβλήματά του, ενεργοποιώντας τα πιο καθυστερημένα – ρατσιστικά ανακλαστικά. Στηριζόμενοι, όμως, σε πραγματικά προβλήματα που είχαν οι κάτοικοι στις περιοχές αυτές.
Το συμπέρασμα είναι ότι αυτός ο πολιτικός χώρος όχι μόνο βρήκε ακροατήριο αλλά και διαμόρφωσε. Η δραστηριοποίηση του πολιτικού χώρου δεν απαλλάσσει το ακροατήριο από ευθύνες. Για παράδειγμα η Πλατείας Βικτωρίας αποτελεί ένα ξεπεσμένο αστικό περιβάλλον που όσο τα πράγματα ήταν άλλης κλίμακας μπορεί και να χρησιμοποιούσε τους «λευκούς» μετανάστες για διάφορες δουλειές. Τώρα, όμως, που η πλατεία πλημμύρισε από μελαψούς και στους δρόμους απλώθηκε η εγκληματικότητα, ενεργοποιήθηκαν τα ανακλαστικά που λέγαμε.
Η επιτυχία του πολιτικού χώρου της ακροδεξιάς οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους: α) Τόνισαν ότι υπάρχει πρόβλημα. β) Πρότειναν καθαρή λύση: να φύγουν όλοι, να μην κυκλοφορούν τα βράδια, να έρθει η αστυνομία να επιβάλλει την τάξη.
Έτσι πολιτικοποίησαν την παρέμβασή τους.
Αντίθετα, η Αριστερά δεν μπόρεσε μέχρι σήμερα να έχει οποιαδήποτε σοβαρή παρέμβαση στο ζήτημα, ούτε να ανασχέσει την ακροδεξιά διείσδυση και επιρροή. Κυρίως για δύο λόγους: α) Δεν αντιμετώπισε ποτέ το πρόβλημα ως πραγματικό, υπήρχε συστηματική άρνηση να ειδωθεί στις πραγματικές του διαστάσεις. β) Η θετική πολιτικοποίηση της Αριστεράς είναι σαφώς πιο δύσκολη από αυτήν που προσφέρουν τα ακροδεξιά-ρατσιστικά ανακλαστικά. Η εξήγηση των αιτιών της μετανάστευσης, η προώθηση της ιδέες της αλληλεγγύης και της συνύπαρξης, η απαίτηση να μη γίνει η χώρα χωματερή δυστυχίας και δίχτυ για την ανάσχεση της πορείας των μεταναστευτικών προς τη Δύση, η αναγκαία κοινωνικότητα για να μην υπάρχει εγκληματικότητα δεν φθάνουν. Δεν φθάνουν ούτε οι γενικές διακηρύξεις, ούτε τα συνθήματα όπως «οι μετανάστες δεν είναι πρόβλημα, έχουν προβλήματα», «σύνορα ανοικτά για την εργατιά», «νομιμοποίηση όλων χωρίς προϋποθέσεις» κ.λπ. Αυτά όλα φανερώνουν πως δεν αναγνωρίζεται το μεταναστευτικό πρόβλημα. Ακόμα λείπουν οι οποιεσδήποτε παρεμβάσεις στο πρωτογενές επίπεδο, εκεί που υπάρχουν τα προβλήματα και δεν έχει να επιδείξει καμιά παρέμβαση σε τοπικό επίπεδο. Μάλιστα, πολλές φορές «χαρίζει» με ευκολία τους κατοίκους σε ακροδεξιές πολιτικές. Τέλος πάντων, αδυνατεί να σταματήσει και να κατανοήσει την εξάπλωση των αισθημάτων απέχθειας προς τους ξένους και του φόβου. Δεν είναι ρατσισμός, για παράδειγμα, να μη θέλουν οι κάτοικοι μιας περιοχής να κερδίζουν το χώρο τους νταβατζήδες και συμμορίες, κι όχι τυχαία αυτά πολλαπλασιάζονται με την άφιξη και την εγκατάσταση στις περιοχές αυτές χιλιάδων μεταναστών. Η εικόνα πλήρους διάλυσης της κρατικής μηχανής και η εγκατάλειψη ή η σκόπιμη προώθηση σε ορισμένες συνοικίες και περιοχές των μεταναστών δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα και τρομερά προβλήματα. Η ορισμένη νομιμοποίηση της ακροδεξιάς δράσης και της αυτοδικίας έχει τη ρίζα της σε αυτήν την κατάσταση.
Τι θα γίνουν σε λίγο καιρό πολλές συνοικίες της Αθήνας και του Πειραιά; Τι θα γίνουν τα λιμάνια όπως η Πάτρα και η Ηγουμενίτσα; Τι θα γίνει η κοινωνία με τον πόλεμο όλων εναντίων όλων; Τι θα γίνουν και σε τι περιβάλλον θα μεγαλώσουν τα παιδιά Ελλήνων και μεταναστών; Πότε και πώς θα καταδειχτούν οι πραγματικοί υπεύθυνοι για αυτές τις καταστάσεις; Ο φόβος, το μίσος, ο τρόμος, η απελπισία δεν γεννούν προοδευτικά πράγματα. Τα πογκρόμ, το κυνήγι των μαγισσών, ο ρατσισμός είναι το σύγχρονο δηλητήριο που δυναμώνει όλες τις αστικές πολιτικές διαχείρισης της κρίσης.

[…] Το πολιτικό διακύβευμα

του Θ. Ντρίνια

Μέχρι τις περασμένες Ευρωεκλογές (Σ.τ.Εξ.: είναι γραμμένο το 2009), στο θολό τοπίο που δημιούργησε η χρόνια  μη-πολιτική των διαδοχικών κυβερνήσεων για το μεταναστευτικό ζήτημα, κυριάρχησαν δύο ακραίες και κοινωνικά μειοψηφικές (προς το παρόν) προσεγγίσεις. Η μία αντιμετωπίζει τους μετανάστες περίπου ως «κατάρα», ενώ η άλλη περίπου ως «ευλογία»! Σύμφωνα με την πιο ακραία εκδοχή της πρώτης, για όλα τα δεινά του δύσμορφου νεοελληνικού κοινωνικού σχηματισμού φταίει «ο αλλοδαπός εφιάλτης». Στην ακραία εκδοχή της δεύτερης, για όλα φταίνε «οι κακοί, βολεμένοι και εκ γενετής ρατσιστές Έλληνες».

Στην πρώτη, συνενώνονται ποικίλης προελεύσεως δυνάμεις, από τους κανίβαλους ναζιστές της Χρυσής Αυγής, τους «φασίστες με πολιτικά» του ΛΑΟΣ, χώρους της λεγόμενης λαϊκής Δεξιάς έως απομεινάρια του μέχρι πρότινος λεγόμενου «πατριωτικού χώρου», προερχόμενα κυρίως από το παλαιό παπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ. Παρά τις σαφείς επιμέρους διαφοροποιήσεις, οι δυνάμεις αυτές, είτε με ενθουσιασμό είτε με «κρύα καρδιά» ουσιαστικά συγκλίνουν στην ηγεμονία της καταστολής και των διωγμών σε βάρος των μεταναστών, ως το ενδεδειγμένο πλαίσιο «λύσης» των προβλημάτων που δημιουργεί η μεταναστευτική πραγματικότητα.

Ποικίλες είναι και οι δυνάμεις που καλύπτονται από τη δεύτερη προσέγγιση, από υπερ-νεοφιλελεύθερους μέχρι άτομα και οργανώσεις προερχόμενα από την παραδοσιακή αριστερά, αριστεριστές και το σύνολο σχεδόν του αναρχικού χώρου. Κι εδώ, οι διαφορετικές αφετηρίες δεν εμποδίζουν τη σύγκλιση σε μια «αγιοποιητική» απεικόνιση της μετανάστευσης και του μετανάστη. Για τους νεοφιλελεύθερους, η διαρκής εισροή πληθυσμών είναι «ευλογία» για το Κεφάλαιο, καθώς δημιουργεί έναν αενάως αναπληρούμενο εφεδρικό εργατικό στρατό, ενώ παράλληλα αποτρέπει την όποια συγκρότηση της εργατικής τάξης σε ανταγωνιστικό υποκείμενο. Οι ανταγωνισμοί αναπτύσσονται μεταξύ των διαφόρων πληθυσμών που συγκροτούν τη βάση της κοινωνίας. Ντόπιοι εναντίον ξένων, παλιοί μετανάστες εναντίον νεοεισερχόμενων, …Σιχ εναντίον Ινδουιστών και ο κατάλογος δεν έχει τέλος, ενώ το Κεφάλαιο συνεχίζει αμέριμνο το αρχέγονο ταξίδι του προς αναζήτησιν της …υπεραξίας. Αντίθετα, για πολλούς αριστερούς και αριστερίζοντες, οι μετανάστες έρχονται να καλύψουν το κενό που τους κληροδότησε η κατάρρευση του ’89. Στη θέση του εκλιπόντος εργατικού υποκειμένου, το οποίο δεν κατάφερε τελικά να «ανταποκριθεί» στον υπερ-ιστορικό ρόλο που του είχε αναθέσει η ίδια Αριστερά, τοποθετούνται τώρα οι μετανάστες. Το νέο «υποκείμενο» είναι ιδιαίτερα βολικό. Είναι αρκούντως εξαθλιωμένο, καταπιεσμένο και διεθνικό, ώστε να προσομοιάζει με το «προλεταριάτο» ή τον «λαό» των «νεανικών» μας χρόνων. Δεν φέρει μάλιστα και επαναστατικές αξιώσεις. Κάτι ιδιαίτερα σημαντικό για τη συγκεκριμένη αριστερά, η οποία από το ΄74 και μετά (ίσως και από παλαιότερα) αντάλλαξε την ισόβια παραμονή της στην αντιπολίτευση με τη θεσμική αναγνώρισή της και την κοινωνική τακτοποίηση και ανέλιξη της πλειοψηφίας των μελών της. Έτσι, σήμερα, χωρίς ιδιαίτερο κόστος, αναθέτει στον εαυτό της το βολικό ρόλο της «κιβωτού των αξιών» – ανθρωπισμός, αλληλεγγύη, αδελφοσύνη, ευαισθησία, ατομικά δικαιώματα, αντιαυταρχισμός, κλπ – και η μεταναστευτική πραγματικότητα είναι ιδανικό πεδίο για την εκδίπλωση του ρόλου αυτού. Ο νεοφανής αυτός αριστερός ηθικισμός συμπληρώνεται με μιαν ενοριακής (ή τύπου ΜΚΟ) μορφής δράση. Η σχεδόν αποκλειστική ενασχόληση με τα προβλήματα μιας μόνο κατηγορίας «κατατρεγμένων» (εν προκειμένω, των μεταναστών), ο φιλανθρωπικός ακτιβισμός και ο ακτιβισμός των δικαιωμάτων, παρά την κραυγάζουσα ριζοσπαστικότητά τους, με δυσκολία κρύβουν την ουσιαστική παραίτηση από την ενασχόληση της αριστερής πολιτικής με το σκληρό πυρήνα των μεγάλων προβλημάτων της εποχής μας, δηλαδή τον εντοπισμό των γενεσιουργών αιτιών και τη συγκρουσιακή αναίρεσή τους. Τέλος, ένα τμήμα της «ριζοσπαστικής» αριστεράς και ο αναρχικός χώρος, πέρα από την εργαστηριακή ανακάλυψη ενός υποκειμένου «που να αξίζει κανείς να ασχοληθεί μαζί του», αντιμετωπίζουν τους μετανάστες με μια σχεδόν μεσσιανική προσμονή και για έναν ακόμη λόγο. Εφ’ όσον οι λαοί αρνήθηκαν να «υπακούσουν» και να ρίξουν από μόνοι τους τα σύνορα του έθνους-κράτους (όπως επέτασσαν διάφορες παρελθούσες επαναστατικές τελεολογίες), εφ’ όσον και το παγκοσμιοποιητικό κύμα δεν μπορεί απ’ ό,τι φαίνεται να πετύχει το ίδιο (όπως ήλπισαν προσωρινά οι οπαδοί της «άλλης» παγκοσμιοποίησης), τότε τα σύνορα θα σαρωθούν «αντικειμενικά» από το μεταναστευτικό ρεύμα! Ως είθισται σε χώρους παροξυσμικής ιδεοληψίας, «αν ο λαός δεν αλλάζει,  τότε αλλάζουμε λαό»! Τίποτα πιο εύγλωττο για τη «λογική» αυτής της άποψης από το γνωστό σύνθημα των Εξαρχείων: «Μετανάστες, μην μας αφήνετε μόνους με τους Έλληνες»!

Τόσο η προσέγγιση της «καταστολής» όσο και η «αλληλέγγυα» και «no border» αντίθετές της αδυνατούν να προσφέρουν από μόνες τους ένα στοιχειώδες πλαίσιο αντιμετώπισης των ζητημάτων που θέτει το σύγχρονο μεταναστευτικό φαινόμενο (η δεύτερη δεν το επιθυμεί καν). Παρά την αναντίρρητη διαφορά στην «ηθική» των κινήτρων και των στόχων τους, μοιράζονται την ίδια πολιτική αδυναμία. Βόσκοντας στα βαλτοτόπια του ιδεαλισμού, προσέρχονται στη δημόσια συζήτηση με προκατασκευασμένες κατηγορίες για τη φύση και το ρόλο της μετανάστευσης, στις οποίες επιδιώκουν να στριμώξουν την απείρως πολυπλοκότερη πραγματικότητα. Με αυτόν τον τρόπο, ισοπεδώνουν την κριτική σκέψη και εξοβελίζουν την Πολιτική από το πεδίο της αντιπαράθεσης.

Όμως, το φαινόμενο της μετανάστευσης είναι παρόν και τα ζητήματα που καθημερινά θέτει στην κοινωνία θα απαιτήσουν απαντήσεις. Οι απαντήσεις που θα δοθούν θα συναρθρωθούν εξ αρχής με άλλες που αφορούν στα ζητήματα της οικονομικής κρίσης, της παραγωγικής κατάρρευσης και των γεωπολιτικών περιορισμών ή κινδύνων για τη χώρα. Ο χαρακτήρας που θα έχουν δεν θα εξαρτηθεί από τη φύση του φαινομένου ως τέτοιου. Αλλά από το είδος και την ένταση της διαπάλης για ηγεμονία μεταξύ των αρχουσών ελίτ και των (όποιων) κοινωνικών παικτών-ανταγωνιστών τους στο εσωτερικό της χώρας.

Στην προοπτική αυτής της διαπάλης, η δεύτερη προσέγγιση που αναφέραμε προηγουμένως, η «αλληλέγγυα», εξαιτίας της χαρακτηριστικής απάθειας ή ακόμη και επιθετικής εμπάθειας με την οποία αντιμετωπίζει τα προβλήματα που δημιουργεί η μεταναστευτική πραγματικότητα στα λαϊκά στρώματα της ελληνικής κοινωνίας, δεν έχει να προσφέρει πολλά πράγματα. Γι αυτό και σύντομα θα περιθωριοποιηθεί πολιτικά. Στην καλύτερη των περιπτώσεων, θα κατορθώσει να προωθήσει ένα στοιχειώδες δίκτυ προστασίας και μέριμνας για ορισμένους μόνο από τους μεταναστευτικούς πληθυσμούς. Στη χειρότερη, θα ενισχύσει άθελά της, με τις προκλήσεις της, τις στοχεύσεις των αρχουσών ελίτ.
Αντίθετα, η πρώτη προσέγγιση, της «καταστολής», με τη δήθεν «φιλολαϊκή» της απεύθυνση, έχει να «προσφέρει» κάτι ιδιαίτερα σοβαρό: το αίτημα του αυταρχισμού, σαν «σημειακού ελκυστή» της δημόσιας συζήτησης για τη μετανάστευση. Σε αυτόν θα προσανατολιστεί η πολιτική της άρχουσας κοινωνικής μειοψηφίας, ενώ παράλληλα θα επιχειρηθεί να διαρπαγεί η συναίνεση της κοινωνικής πλειοψηφίας. […]

Advertisements

Ετικέτες:

Ένα Σχόλιο to “Αριστερά και Μετανάστευση”

  1. trash Says:

    μια κουβέντα στι ίδιο ζήτημα:
    http://cms.fadomduck.webnode.com/news/%CE%B7%20%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%AC%20%CE%B1%CF%80%CE%AD%CE%BD%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%20%CF%83%CF%84%CE%B7%20%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7/

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: