Οι νέες πόλεις της Οικοτοπίας

«…Σαν Φρανσίσκο, 7 Μαΐου. Κάτω απ’ το νέο καθεστώς οι πόλεις της Οικοτοπίας κατακερματίστηκαν ως ένα σημείο στις λεγόμενες «γειτονιές» ή κοινότητες, οι οποίες όμως με κανέναν τρόπο δεν ανταποκρίνονται απόλυτα στο ιδανικό που επιδιώκεται μακροπρόθεσμα, στα πλαίσια του οικοτοπιανού μοντέλου ζωής. Είχα πριν από λίγο την ευκαιρία να επισκεφτώ μια από τις χαρακτηριστικές νέες κωμοπόλεις, που έχουν αρχίσει να δημιουργούνται παντού και που αποκρυσταλλώνουν με ακραίο τρόπο την αντίληψη που έχει αυτή η αποκεντρωμένη κοινωνία για την πόλη. Λέγεται Αλβίζο και ήταν κάποτε ένα ξεχασμένο χωριουδάκι στο νότιο άκρο του Κόλπου του Σαν Φρανσίσκο. Φτάνει κανείς εκεί με το τοπικό τρένο και αποβιβάζεται στο ισόγειο ενός μεγάλου κτηριακού συγκροτήματος, του οποίου το κεντρικό κτήριο, όπως αποδείχτηκε, δεν είναι, για παράδειγμα, το δημαρχείο ή το δικαστήριο, αλλά ένα εργοστάσιο. Παράγει ηλεκτρικά οχήματα –δεν θα μπορούσε κανείς με τα δικά μας μέτρα να τα ονομάσει αυτοκίνητα ή φορτηγά–, τα οποία χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά ανθρώπων και εμπορευμάτων στην πόλη και στην ύπαιθρο. (Αμέσως μετά την ανεξαρτησία απαγορεύτηκε η χρήση ιδιωτικών αυτοκινήτων μέσα στις «απαλλαγμένες από αυτοκίνητα» ζώνες. Αυτές οι ζώνες απλώνονταν στην αρχή μόνο στο εσωτερικό των πόλεων, όπου η μόλυνση του περιβάλλοντος και η υπερσυγκέντρωση του πληθυσμού είχαν πάρει τις πιο ανησυχητικές διαστάσεις. Όταν τελείωσε η κατασκευή των δικτύων των μικρών λεωφορείων, οι ζώνες επεκτάθηκαν, και σήμερα περιλαμβάνουν όλες τις πυκνοκατοικημένες περιοχές των πόλεων).

Γύρω από το εργοστάσιο, εκεί όπου σε μας θα υπήρχε ένας τεράστιος χώρος στάθμευσης, στο Αλβίζο υπάρχει μια σειρά από πυκνοδομημένα κτήρια με δέντρα στους ενδιάμεσους χώρους. Υπάρχουν εκεί ρεστοράν, ένα βιβλιοπωλείο, αρτοποιεία, ένα «μαγαζί για τις βασικές ανάγκες» σε τρόφιμα και ρουχισμό, μικρά καταστήματα, ακόμα και εργοστάσια και επιχειρήσεις – σε μια πολύχρωμη εναλλαγή με κατοικίες, που γενικά έχουν μόνο τρεις ως τέσσερις ορόφους και περικλείουν μια εσωτερική αυλή, όπως τη γνωρίζουμε από το παλιό Παρίσι. Τα κτήρια είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου κατασκευασμένα από ξύλο, το οποίο έγινε το κυρίαρχο υλικό των κατασκευών στην Οικοτοπία, μετά από το πρόγραμμα αποκατάστασης των δασών, και έχουν μεν μια παλιομοδίτικη όψη, διαθέτουν όμως όμορφα μικρά μπαλκόνια, κήπους στη σκεπή και βεράντες με φυτά ή και μικρά δέντρα. Τα ίδια τα διαμερίσματα είναι, για τα δικά μας μέτρα, πολύ μεγάλα – τα κοινόβια, για τα οποία έχουν κατασκευαστεί, έχουν δέκα ως δεκαπέντε δωμάτια στη διάθεσή τους.

Οι δρόμοι του Αλβίζο έχουν ονόματα κι όχι νούμερα, και είναι σχεδόν το ίδιο στενοί και μπερδεμένοι όπως στις μεσαιωνικές πόλεις –καθόλου εύκολο για έναν ξένο να προσανατολιστεί εδώ. Δεν χωρούν ούτε καν δύο αυτοκίνητα πλάι πλάι– αλλά φυσικά δεν υπάρχουν αυτοκίνητα, γι’ αυτό δεν δημιουργείται και ανάλογο πρόβλημα. Δίπλα από τους πεζούς και τους ποδηλάτες περνά αραιά και πού κάποιο μεταφορικό όχημα που κουβαλάει ένα έπιπλο ή κάποιο άλλο μεγάλο αντικείμενο· πάντως τα ψώνια τους οι Οικοτοπιανοί τα μεταφέρουν με δικτυωτές τσάντες ή μέσα στα καλάθια των ποδηλάτων τους. Τα είδη των καταστημάτων μεταφέρονται, όπως τα περισσότερα εμπορεύματα, σε κοντέινερ που είναι πολύ μικρότερα από τα δικά μας, προσαρμοσμένα στις δυνατότητες των οικοτοπιανών οχημάτων και των ηλεκτρικών φορτηγών. Τα γεωργικά προϊόντα, για παράδειγμα, φορτώνονται σε τέτοια κοντέινερ, είτε στα ίδια τα αγροκτήματα, είτε στον σταθμό διανομής, στην περιφέρεια κάθε κωμόπολης. Ο σταθμός διανομής συνδέεται με όλα τα μαγαζιά και τα εργοστάσια της κωμόπολης μέσω ενός υπόγειου συστήματος ιμάντων μεταβίβασης που καταλήγουν σε μια πλατφόρμα, όπου ξεφορτώνονται τα κοντέινερ.

Πιθανόν η ιδέα αυτή να βασίζεται στις δικές μας υπεραυτοματοποιημένες αποθήκες, όμως εδώ η διαδικασία είναι ακριβώς αντίστροφη. Φαίνεται να λειτουργεί πολύ καλά, αν και θα πρέπει να δημιουργείται ένα φοβερό χάος σε περίπτωση «μποτιλιαρίσματος» σε κάποιο σημείο.

Οδηγοί μου σ’ αυτή την «εξερεύνηση» ήταν δύο νέοι φοιτητές που είχαν κάνει έναν χρόνο μαθητεία στο εργοστάσιο. Με γέμισαν πληροφορίες και παρατηρήσεις. Απ’ ό,τι φαίνεται, ολόκληρος ο πληθυσμός του Αλβίζο, περίπου εννιά χιλιάδες άνθρωποι, ζει σε μια ακτίνα οκτακοσίων μέτρων από τον σταθμό του τρένου. Αλλά ακόμα και με τόσο μεγάλη πυκνότητα κατοίκων, μένει αρκετός χώρος για έναν μεγάλο αριθμό από μικρούς χώρους πρασίνου –μερικές φορές πρόκειται απλώς για σημεία όπου πλαταίνει ο δρόμος, άλλες φορές για ολόκληρους κήπους. Και παντού δέντρα – σπάνια βλέπει κανείς ένα κάπως μεγάλο κομμάτι λιθόστρωτου δρόμου να είναι γυμνό στον ήλιο. Στην άκρη της πόλης βρίσκονται τα σχολεία και τα διάφορα κέντρα ψυχαγωγίας. Στα βορειοανατολικά της πόλης βρίσκονται οι βάλτοι και οι αλυκές του κόλπου. Με εκσκαφές έφτιαξαν ένα λιμάνι για μικρά πλοία, που καταλήγει σε ένα κανάλι μέσα απ’ το οποίο μπορούν τα φορτηγά πλοία να φτάσουν μέχρι την αποβάθρα του εργοστασίου. Οι οδηγοί μου ομολόγησαν, με κάποια δυσαρέσκεια, ότι υπάρχει ένα κάποιο εξαγωγικό εμπόριο ηλεκτρικών οχημάτων – οι Οικοτοπιανοί φέρνουν γι’ αυτόν τον σκοπό ακριβώς τόσο μέταλλο όσο χρειάζονται για τις εξαγόμενες ηλεκτρικές μηχανές και τα άλλα μεταλλικά εξαρτήματα.

Στην αποβάθρα τον εργοστασίου παιδιά κάθονται και ψαρεύουν, καθώς το νερό είναι καθαρό. Οι Οικοτοπιανοί αγαπούν το νερό, και στο λιμάνι είναι παραταγμένη μια υπέροχη συλλογή από πλοιάρια παραδοσιακής, αλλά και εντελώς ανορθόδοξης κατασκευής. Οι οδηγοί μού διηγήθηκαν με ενθουσιασμό ότι απ’ αυτό το λιμάνι διασχίζουν συχνά με ιστιοφόρο τον κόλπο, μέχρι το Δέλτα, μερικές φορές μάλιστα περνούν από το Γκόλτεν Γκέητ έξω στην ανοιχτή θάλασσα και συνεχίζουν κατά μήκος της ακτής μέχρι το Μοντερέυ. Το σκάφος τους είναι μεν κάπως χοντροκομμένο, αλλά πολύ όμορφο, και με περηφάνια προσφέρθηκαν να με πάρουν με την πρώτη ευκαιρία μαζί τους για μια βόλτα.

Ξεκινήσαμε για μια περιήγηση στο εργοστάσιο, η κατάσταση του οποίου προκαλεί σύγχυση. Όπως μου εξήγησαν εδώ, όπως και σε άλλες οικοτοπιανές παραγωγικές μονάδες, δεν ισχύει η αρχή τής σε σειρά παραγωγής, που, σύμφωνα με τη γενική αντίληψη, αποτελεί προϋπόθεση για μια πραγματικά αποτελεσματική μαζική παραγωγή. Συγκεκριμένοι τομείς είναι αυτοματοποιημένοι: η κατασκευή των ηλεκτρικών κινητήρων, των σασί και άλλων μεγάλων κομματιών. Το μοντάρισμα των επιμέρους κομματιών εκτελείται από ομάδες εργατών που συναρμολογούν κομμάτι κομμάτι τα υλικά που παίρνουν από μεγάλα δοχεία, τα οποία τροφοδοτούνται από τις αυτοματοποιημένες μηχανές. Η ατμόσφαιρα στο εργοστάσιο είναι, σε σύγκριση με τον φοβερό θόρυβο ενός εργοταξίου στο Ντιτρόιτ, ήσυχη και ευχάριστη. Επίσης, οι εργάτες δεν φαίνεται να υπόκεινται στην ίδια πίεση για απόδοση, όπως στο Ντιτρόιτ. Φυσικά, η εξαιρετικά απλοποιημένη κατασκευή των οικοτοπιανών οχημάτων διευκολύνει και τον σχεδιασμό και την εκτέλεση της παραγωγικής διαδικασίας – ναι, μια πλήρης αυτοματοποίηση θα ήταν εφικτή.

Επιπλέον, όπως μπόρεσα να διαπιστώσω, ένα μεγάλο μέρος της παραγωγής δεν αποτελείται από έτοιμα οχήματα, αλλά από εξαρτήματα. Σε συμφωνία με την αρχή τού «κάν’ το μόνος σου», που αποτελεί ένα τόσο σημαντικό στοιχείο της οικοτοπιανής ζωής, αυτό το εργοστάσιο παράγει βασικά μπροστινά, πίσω συστήματα και μπαταρίες. Ιδιώτες ή οργανώσεις συναρμολογούν μετά αυτά τα κομμάτια σύμφωνα με δικά τους σχέδια κατασκευής, προσθέτοντας τη δική τους καρότσα. Τα οχήματα έχουν, έτσι, συχνά μια τόσο παράξενη όψη, που τα μικρά λεωφορεία του Σαν Φρανσίσκο φαντάζουν δίπλα τους σχεδόν σαν κάτι το συνηθισμένο. Είδα, για παράδειγμα, ένα φορτηγό με μια καρότσα από επιπλέον ξύλο, η οποία ήταν διακοσμημένη με θαλασσινά κοχύλια· ανήκε σε μια κομμούνα ψαράδων στις ακτές…»

Η Οικοτοπία τον Ερνστ Κάλλενμπαχ αποτελεί, κατά μια έννοια, απάντηση στο 1984 το Τζ. Όργουελ. Η σύλληψη μιας αποκεντρωμένης οικολογικής ουτοπίας βρίσκεται στον αντίποδα της οργουελιανής μελλοντο­λογίας. Η Οικοτοπία τον Κάλλενμπαχ είναι η μυθιστορηματική υπενθύμιση ότι η πορεία τον κόσμου δεν είναι προδιαγεγραμμένη προς κάποια κατεύθυνση. Αν είναι πιθανή η πραγμάτωση του οργουελιανού μεγακράτους, που θα ασκεί έναν απόλυτο έλεγχο πάνω στην κοινωνία, το ίδιο πιθανή θα μπορούσε να είναι η εγκαθίδρυση ενός οικολογικού καθεστώτος αυτονο­μίας ακόμα και με τη μορφή του πειράματος, της «οι­κολογικής δημοκρατίας σε μία μόνο χώρα», που μας περιγράφει ο Κάλλενμπαχ.
Η οικολογική ουτοπία τοποθετείται στη μακρινή, «άγρια» αμερικάνικη Δύση, που ακόμα και σήμερα διατηρεί κάτι από τον εξωτισμό της. Οι τρεις δυτικότερες πολιτείες των ΗΠΑ κηρύσσουν την ανεξαρτησία τους σε μια στιγμή κρίσης στα 1980 και διαφοροποιούν την πορεία τους απ’ αυτή των υπολοίπων μοντέρνων βιομηχανικών πολιτειών. Διακόπτουν κάθε επαφή με τις ΗΠΑ και δημιουργούν μια νέα χώρα, την Οικοτο­πία. Στα 1999, δεκαεννιά χρόνια μετά την ανεξαρτη­τοποίηση, η κυβέρνηση των ΗΠΑ αποφασίζει να στείλει σε επίσημη δημοσιογραφική αποστολή έναν ρεπόρ­τερ στην Οικοτοπία, με απώτερο σκοπό την αναθέρ­μανση των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών. Ο ήρωας του Κάλλενμπαχ είναι ένας Αμερικανός που διακατέχεται από τις προκαταλήψεις των συμπατριω­τών του, αλλά και τη δημοσιογραφική του περιέργεια. Το ταξίδι στην Οικοτοπία θα του αποκαλύψει τον «κόσμο αλλιώς». Οι εντυπώσεις του Αμερικανού ρε­πόρτερ Ουέστον, όπως αυτές καταγράφονται στις ημε­ρολογιακές του σημειώσεις και τα άρθρα του, υποτίθε­ται ότι αποτελούν το υλικό του βιβλίου.

Το κείμενο του Κάλλενμπαχ δεν μας συναρπάζει τό­σο εξαιτίας της λογοτεχνικής του τελειότητας. Η αξία του βρίσκεται αλλού, στο γεγονός ότι στην πραγματι­κότητα συμπυκνώνει την πείρα, τις αξίες, τα νοήματα και τις σημασίες που έφεραν και φέρουν μια τουλά­χιστον πτέρυγα του παλιού εργατικού κινήματος και –κυρίως– τα νέα κοινωνικά κινήματα από τον Μάη του ’68 ως τις μέρες μας – με επίκεντρο το οικολογι­κό και το γυναικείο κίνημα. Αυτό είναι το στοιχείο που κάνει το βιβλίο τόσο ενδιαφέρον και το τοποθετεί έξω από τον χώρο της απλής επιστημονικής φαντα­σίας. Γιατί η φαντασία του Κάλλενμπαχ δεν είναι πρώτα και κύρια επιστημονική, αλλά πολιτική και κοινωνική. Η ουτοπία που σκαρώνει στις σελίδες του βι­βλίου του δεν είναι απλώς αυτή της οικολογικά προ­σαρμοσμένης, αλλά, πολύ περισσότερο, της δημοκρατι­κής-αυτόνομης κοινωνίας.

Από τον πρόλογο του μεταφραστή Κώστα Καβουλάκου στο βιβλίο (σσ. 7-8).

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Ερνστ Κάλλενμπαχ γεννήθηκε στα 1929 στην Πενσυλβάνια και ζει στο Μπέρκλεϋ της Καλιφόρνιας. Διευθύνει από το 1958 το περιοδικό Film Quarterly και έχει αρθρογραφήσει σε πολλά κινηματογραφικά περιοδικά. Δουλεύει ακόμα ως εκδότης στο University California Press. Η Οικοτοπία πουλήθηκε σε πάνω από 100.000 αντίτυπα ως βιβλίο τσέπης και μεταφράστηκε στα ισπανικά, ιταλικά, γαλλικά, ολλανδικά, ιαπωνικά κ.λπ. Άλλα του βιβλία: Our Modern Art: The movies (1955), Living Poor with Style (1972), Ecotopia Emerging (1981).

Η Οικοτοπία επανακυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 2008 από τις Εναλλακτικές Εκδόσεις, το παραπάνω εκτενές κομμάτι δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ρήξη (τ. 38, 5/7/08).

Advertisements

Ετικέτες: , ,

2 Σχόλια to “Οι νέες πόλεις της Οικοτοπίας”

  1. omadeon Says:

    Από τα καλύτερα ποστ, σίγουρα το καλύτερο σε θετικά μηνύματα για την πολιτική και οικολογική μας… φαντασία! 🙂

    Χωρίς φαντασία, δεν υπάρχει όραμα. Χωρίς όραμα, δεν υπάρχει εξέλιξη, ούτε φυσικά επανάσταση.

    Το εκπληκτικό όμως είναι το πόσο ρεαλιστικά είναι αυτά τα οράματα, σήμερα.
    (στο μπλογκ μου έβαλα και κάτι συνδέσμους σε ξένα μπλογκ που ασχολούνται με τέτοια οράματα, που μερικοί άνθρωποι τα υλοποιούνε κιόλας, π.χ. η Βασκική συναιτεριστική εταιρεία «Mondragon Corporacion Cooperativa», κλπ).

  2. εξαποδω Says:

    @ omadeon

    Έχεις δίκιο για το Μοντραγκόν. Ίσως στο μέλλον να γράψω κι εγώ κάτι γι αυτό μιας και ασχολούμαι ιδιαίτερα με τους συνεταιρισμούς.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αρέσει σε %d bloggers: